Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθοπλασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθοπλασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

Του γυρισμού η ώρα


- Φίλε, θα με πληρώσεις; Κλείνω.
- Εεε… ναι βέβαια. Τι οφείλω;
- Είκοσι δύο ευρώ και 60 λεπτά.
- Πάρε 30 και φέρε μου ένα μισόκιλο ακόμη. Να σου πω… σε πειράζει να καθίσω στο μαγαζί σου ή να πάω στα παγκάκια;
- Όχι βέβαια, κάτσε όσο θες. Θα σου φέρω και μια πιπεριές γεμιστές να δοκιμάσεις.

Ο ταβερνιάρης μάζεψε τα υπόλοιπα, έκλεισε τα φώτα, κλείδωσε την πόρτα, καληνύχτισε τον παράξενο πελάτη και χάθηκε στο στενό.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Στη φάρμα



Ένας αετός ζούσε μονάχος στη φωλιά που είχε φτιάξει στο πιο ψηλό βουνό. Από εκεί πάνω απολάμβανε το υπέροχο τοπίο που απλωνόταν στα πόδια του και δόξαζε τον μεγαλοδύναμο για τα κέφια που είχε όταν έπιασε τα πινέλα του και το ζωγράφισε. Στην μαγευτική κοιλάδα που κατέβαινε στις καθημερινές του πτήσεις, παρατηρούσε την απαράμιλλη ομορφιά: τα κάθε λογής μικρά και μεγάλα ζώα, τα πολυδαίδαλα μονοπάτια που είχαν διαμορφώσει στο διάβα τους, τον καταρράκτη που τροφοδοτούσε το ποτάμι και αυτό με τη σειρά του σχημάτιζε τη λιμνούλα πριν χαθεί στη θάλασσα, ενώ χαιρετούσε τα δέντρα του δάσους που του έγνεφαν ρυθμικά στις χαμηλές του πτήσεις.

Εντύπωση του είχε κάνει μια φάρμα που είχε ξεφυτρώσει καταμεσής αυτής της ουράνιας δημιουργίας. Από εκεί ψηλά μπορούσε να διακρίνει πάρα πολλά ζώα, λογιών λογιών, να πηγαινοέρχονται διαρκώς, άλλα με σκοπό και άλλα όχι, σε ένα ατελείωτο γαϊτανάκι δίχως αρχή, μέση και τέλος.
Είχε συναντήσει πολλές άλλες φάρμες, πριν επισκεφτεί αυτόν τον υπέροχο τόπο που βρίσκεται σήμερα και πάρει την απόφαση να μείνει για πάντα. Καμιά της όμως δεν έμοιαζε με τη συγκεκριμένη. Ετούτη ήταν σα να είχε βγει από άλλο κόσμο, σα να πάλευε να ξεχωρίσει και να διατηρήσει τη μοναδικότητά της, ζούσε με τους δικούς της κανόνες, στο βασίλειο των δικών της ονείρων.

Μια μέρα ο αετός αποφάσισε να ζυγώσει περισσότερο για να την παρατηρήσει από κοντά. Πιάστηκε από ένα κλαδί ενός πανύψηλου πλάτανου που βρισκόταν έξω από τα όρια της φάρμας και έμεινε να παρατηρεί τους «ενοίκους» της.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Γράμμα στον παππού μου



Τα άλλα παιδιά αυτές τις μέρες στέλνουν γράμμα στον Άη Βασίλη. Εγώ που δεν πιστεύω στον μουσάτο κοιλαρά της κοκακόλας θα γράψω γράμμα σε αυτόν που εμπιστεύομαι και ξέρω ότι θα με ακούσει• στον παππού μου. 

Σου γράφω παππού για να σου πω ότι από υγεία μέχρι στιγμής είμαστε όλοι καλά. Ο μπαμπάς κάνει πού και πού κανα μεροκάματο και εμείς πού και πού τρώμε. Τα «έτοιμα» έχουν τελειώσει από καιρό. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί μας τα λένε «έτοιμα» αφού ο μπαμπάς δούλεψε για να τα αποκτήσει και κατά πως λέει δεν του τα χάρισε κανένας κερατάς.

Ευτυχώς εσύ πέθανες νωρίς και δεν πρόλαβες να δεις την Ελλάδα φτωχότερη και λιγότερη απ’ όση την άφησες. Δεν έζησες να καμαρώσεις κωστάκηδες, γιωργάκηδες, αντώνηδες, αλέξηδες να την κομματιάζουν και να την δίνουν σα να είναι η προίκα της μάνας τους.

Δεν έζησες για να δεις εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένους να κολυμπάνε και να περπατάνε χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων και τους ηγεμόνες αυτής της κάλπικης «Ένωσης» να τους παίζουν στις ρακέτες. Δεν έζησες για να δεις πορτοκαλί «κηλίδες» στις θάλασσες της …Ενωμένης Ευρώπης. Τρομάρα μας!

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

"Μικρή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία": Ο Άγγελός μου


Τον είχε προσέξει κι άλλες φορές. Όταν γύρισε από τις διακοπές του, όταν αργότερα ξεκίνησε το σχολείο τα πρωινά που πήγαινε και τα μεσημέρια που επέστρεφε στο σπίτι, πολλά βράδια Σαββάτου που η οικογένεια πήγαινε σε ταβέρνες. Ο μικρός βρισκόταν πάντα στο ίδιο σημείο. Καθάριζε τα παρμπρίζ και πούλαγε χαρτομάντιλα πάντα στο ίδιο φανάρι.
Αλλά αυτή η φορά ήταν διαφορετική. Πλησίαζαν Χριστούγεννα, ο καιρός είχε αγριέψει για τα καλά. Εκείνο το βράδυ έριχνε ψιλό χιόνι και ο δυνατός άνεμος έφερνε απίστευτο κρύο.
Ζήτησε από τον πατέρα του να του δώσει ένα κέρμα ενώ ταυτόχρονα άνοιγε το παράθυρο.

- Κλείσε Άγγελέ μου το παράθυρο, πετάχτηκε η μαμά.
- Άντε παιδάκι μου και θα παγώσεις! Νομίζεις πως για μένα άναψα το αιρ κοντίσιον; συμπλήρωσε ο πατέρας.
- Μια στιγμή μόνο μπαμπά, κρυώνει το παιδ…
- Ε, αφού δεν καταλαβαίνεις… είπε ο πατέρας ανεβάζοντας το παράθυρο και κλειδώνοντάς το για να μην ανοιχτεί ξανά.
- Με το μαυράκι θα ασχολούμαστε μωρέ Άγγελε; Με το πακιστανάκι;;
Το "μαυράκι" είχε κολλήσει πάνω στο τζάμι και τα χνώτα του το θάμπωναν. Το απότομο ξεκίνημα του αυτοκινήτου τον τρόμαξαν και το χαρτομάντιλο έπεσε στον βρεγμένο δρόμο. Το σκούπισε στα ρούχα του και το έβαλε με τα υπόλοιπα.

Στη διαδρομή ο Άγγελος ήταν σιωπηλός. Στην ταβέρνα δεν είπε λέξη, πράγμα πρωτόγνωρο γι’ αυτόν. Εκείνο το βράδυ οι δικοί του απόλαυσαν την ησυχία του (και τη δική τους). Αφού είχε σκεφτεί καλά τη συζήτηση που θα άνοιγε, δοκίμασε να τους μιλήσει στην επιστροφή, όταν θα έβλεπε ξανά το "μαυράκι". Δεν ήταν όμως στο "πόστο" του και η συζήτηση αναβλήθηκε.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Ιστορίες της Νύχτας: Στα σβηστά φώτα



Πουτάνα ήταν. Μια από τις τόσες που είχαν περάσει από το κρεβάτι του. Γιατί του άρεσαν οι πουτάνες. Παρότι αυτό το πολύ όμορφο και γεροδεμένο παλικάρι ασκούσε μεγάλη γοητεία στις γυναίκες και θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει δεκάδες σχέσεις με όμορφες κοπέλες που του ταίριαζαν περισσότερο, αυτός προτιμούσε τα κορίτσια της νύχτας.
Απολάμβανε την εργένικη ζωή. Απεχθανόταν έρωτες, δεσμεύσεις, σκοτούρες και τα τοιαύτα. Οι πουτάνες τού έδιναν την ελευθερία του. Αυτήν ήθελε.

Είχε ξαπλώσει με εκατοντάδες. Το μεγαλύτερο κομμάτι του μισθού του είχε αφεθεί σε κομοδίνα και δεν είχε σκοπό αυτό να το αλλάξει. Ξεκίνησε από τα 15 του, και σήμερα, 12 χρόνια μετά, αισθανόταν πολύ καλά με τον δρόμο που είχε διαλέξει. Χαριτολογώντας συνήθιζε να λέει στους φίλους του “βοηθώ στην ανάπτυξη, συντηρώ θέσεις δουλειάς!”.

Δεν είχε σημασία η εμφάνιση. Ποτέ δεν τον ένοιαξε η ομορφιά, το ύψος, τα μάτια ή το χρώμα των μαλλιών της κοπέλας. Ούτε το πάχος ή το πεσμένο στήθος, ούτε καν η ηλικία. Δοκίμαζε τα πάντα, ικανοποιούσε το πάθος του έχοντας πάντα εκείνη τη φωνή μέσα του να του σιγοψιθυρίζει “έχει ανάγκη και αυτή να ζήσει”.

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Ιστορίες της Νύχτας: Μέσα από τις στάχτες



Το ουρλιαχτό που ακούστηκε από το Χειρουργικό έκανε τα τζάμια να τρίξουν.
"Πάτα εκεί…!", άκουσε κάποιον να φωνάζει. Γιατρός θα ήταν.
Ο νοσοκόμος έτρεχε με το τροχήλατο του καρδιογράφου μοιράζοντας συγγνώμες. Μια γιατρίνα, ένα μικροκαμωμένο κορίτσι γύρω στα 24-25 βγήκε από τη συρόμενη πόρτα της Ανάνηψης με κατεβασμένο το κεφάλι. Οι συγγενείς κατάλαβαν και άρχισαν τα κλάματα. Μια κοπέλα λιποθύμησε, την πρόλαβαν πριν σωριαστεί στα μεγάλα λευκά πλακάκια.

Κατά ένα περίεργο τρόπο στο ήδη τεταμένο κλίμα της εφημερίας δεν προστέθηκε και άλλο φορτίο. Μεμιάς η σιωπή πάγωσε τον διάδρομο των Επειγόντων. Μια σιωπή συνεννόησης όλων για τις δύσκολες στιγμές που ζούσε η οικογένεια του χαμένου.
Μικρός; Μεγάλος; Τι σημασία έχει;

Τη στιγμή εκείνη δυο ΕΚΑΒίτες πέρασαν τρέχοντας με το φορείο από μπροστά της, ενώ η νοσηλεύτρια που προπορευόταν έτρεχε φωνάζοντας να ανοιχτεί ο διάδρομος. Μπόρεσε να δει το σεντόνι ποτισμένο στο αίμα. Μια μεγάλη στάλα αίματος έσκασε σχεδόν μπροστά στα πόδια της.

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Ιστορίες του Καφενέ #3: Στων αγγέλων τα μπουζούκια




Άντε ρε Αντώνη! Μας έστησες μωρ’ αδερφάκι μου. Δεν έβρισκες το καφενείο;
Συγγνώμη ρε Δημήτρη, κόλλησα στις διατυπώσεις. Πολύ χαρτομάνι ρε φίλε. Δεν σε αφήνουν να περάσεις αν δεν σε τρελάνουν στις ερωτήσεις. Και "σας περιμέναμε … και "αργήσατε" … και "πως περάσατε" … και "πείτε μας κανα νέο από κει κάτω" … ξέρεις.
Ξέρω ρε φίλε, πάνε κοντά 3 χρόνια που τα πέρασα. Τα ίδια μου λέγανε κι εμένα. Κάτσε.
Καλησπέρα Σωτηρία, γειά σου Στράτο, γειά σου Σάκη. Ο Στέλιος;
Ο Στέλιος έρχεται όπου να ’ναι. Τώρα τελευταία κλείνεται στο καμαράκι του με την κιθάρα και κάτι μαστορεύει. Δεν θα αργήσει να φ… Μα να ’τον!

Γειά σου ρε καρντάση Αντώνη. Μικρός μικρός στα καφενεία κι εσύ.
Μ’ αρέσει βρε Στελάρα η παρέα σας και είπα να αλλάξω καφενείο. Από δω και πέρα θα βαρεθείτε να με βλέπετε.
Κι εσύ εμάς. Τι θα πάρεις; Θανάσηηηη….

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Του Σεπτέμβρη μνήμες. Μέρος 2ο



Δυο χρόνια τώρα αυτός ο άντρας ήταν όλη της η ζωή. Γύρισε από τις διακοπές ίσα για να φιλήσει και να αποχαιρετήσει τον πατέρα και την αδελφή της και να ανάψει ένα κερί στον τάφο της μάνας. Την αγαπούσαν και οι τρεις πάρα πολύ για να της κλαφτούν που πάει να ζήσει με τον άντρα που ερωτεύτηκε.
Για χάρη του δεν πρόλαβε να δουλέψει νηπιαγωγός. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη της για τα παιδιά που από πολύ μικρή είχε αποφασίσει το δρόμο που θα διάλεγε. Ένας δρόμος που μπήκε σε ‘παρακαμπτήριο’, αλλά … τα έχει αυτά ο έρωτας. Πίστευε πως η γέννηση του παιδιού της θα την έβαζε ξανά στον «ίσιο δρόμο». Όμως…
Ίσως αν πήγαινε τελικά να δουλέψει στο νηπιαγωγείο του νησιού να άλλαζαν λιγάκι τα πράγματα.
“Θα δούμε”, σκέφτηκε. “Πάνω απ’ όλα να ορθοποδήσει ο Στράτος μου…”

Από τότε που τον γνώρισε δεν είχε ποτέ μιλήσει με κανέναν για να μάθει τα μυστικά του και τους καημούς που τον βασάνιζαν. Της αρκούσαν όσα αυτός της έλεγε χωρίς να κάνει ερωτήσεις. Ώρες ατελείωτες της μιλούσε για το νησί, τη δουλειά, τις ψαριές, τις πλάκες με τους φίλους του, τα γλέντια στην παραλία, τα φλερτάκια, το φανταριλίκι, καθετί σημαντικό και ασήμαντο. Ρούφαγε τις λέξεις του μια μια όταν της άνοιγε κουβέντα για τον αγαπημένο του πατέρα και τη μητέρα που έχασε όταν ήταν ακόμα παιδί και δεν καλοθυμάται…

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Του Σεπτέμβρη μνήμες



Ο Σεπτέμβρης εδώ και μέρες ήταν άστατος, σαν να βιαζόταν το καλοκαίρι να φύγει. Το νησί γεμάτο τουρίστες. Τουρίστες που είχαν κρυφτεί στα ξενοδοχεία, περιμένοντας λίγο ακόμη καθαρό ουρανό και γαλήνια θάλασσα για να χαρούν τις τελευταίες ημέρες ξεκούρασης πριν επιστρέψει ο καθένας στη ρουτίνα του.

Σχεδόν τίποτα δεν θύμιζε τον Αύγουστο. Το μπλε φεγγάρι του είχε αποζημιώσει τους χιλιάδες που ξενύχτησαν στις παραλίες και στ’ ακρογιάλια, ακόμη και στο στριφογυριστό δρομάκι του βουνού, για να το χαρούν και να το φωτογραφήσουν να παίζει με τα λίγα σύννεφα και να καθρεφτίζεται στο πέλαγο. Αυτοί που κολύμπησαν μαζί του στα ήρεμα νερά που έλουζε, σίγουρα φεύγοντας θα πάρουν πολλά να θυμούνται.

Τα αστραπόβροντα ξύπνησαν την Δανάη. Έψαξε δίπλα της μα δεν τον βρήκε. “Ακόμα μια νύχτα…”, σκέφτηκε.
Πάει καιρός που είναι μακριά της. Πάει καιρός που έχουν αποξενωθεί αυτοί οι δύο ερωτευμένοι κάποτε άνθρωποι.
Κάποτε;

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Ιστορίες του Καφενέ: Το Αντάμωμα



Η ιδέα ήταν της Μαρίας Κανελλάκη. Την ενορχήστρωση ανέλαβε (ποιος άλλος) η Αριστέα και πάνω από 25 bloggers και μη, έχουν δηλώσει ως τώρα συμμετοχή στις “Ιστορίες του Καφενέ”.  


Το Αντάμωμα

Είχε ένα τέταρτο που περίμενε ο Χρήστος στον καφενέ του κυρ Μιχάλη. Ο Γιάννης άφαντος. Να μην κατάλαβε; 
Πέρασαν πάνω από 10 χρόνια από τότε που νεοσύλλεκτοι πρωτοσυναντήθηκαν στο Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στην Αυλώνα. Ύστερα από τη βασική τους εκπαίδευση μαζί πήραν μετάθεση για την 31η μηχανοκίνητη ταξιαρχία στις Φέρρες. Εκεί είναι που έγιναν κολλητοί φίλοι με τον Γιάννη. Μπορεί τότε να μην πέρασαν και την καλύτερη θητεία, τώρα όμως τα θυμάται με μια γλυκιά νοσταλγική διάθεση.

- Εκείνον τον ρημαδοκαφέ … τελικά να σου τον φέρω;
Ξερόβηξε. Κόντεψε να πνιγεί με τον καπνό του. Έτσι ξαφνικά όπως ήρθε από πίσω του ο καφετζής σα φάντασμα, του κόπηκαν τα ήπατα.
- Γιατί  κυρ Μιχάλη; Βιάζεσαι να κλείσεις; του απάντησε μέσα σε πνιχτά γέλια.
- Ρε τέλειωνε και έχω κι άλλους πελάτες!
- Ε, πήγαινε στους άλλους! Μπααα…

Πολύ απολάμβανε τους εκρηκτικούς διαλόγους με τον κυρ Μιχάλη. Έτσι οξύθυμος που ήταν, ο Χρήστος τρελαινόταν να τον τσαντίζει. Του άναβε το σπίρτο και τον άφηνε να σιγοκαίει. Τόσα χρόνια είχε πια βρει το κουμπί του και ήξερε πολύ καλά ότι πίσω από αυτόν τον φαινομενικά νευρικό και ευερέθιστο καφετζή κρύβεται μια ψυχάρα.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Για τον Αρίστο


Το κινητό είχε ξεμείνει από μπαταρία και το ξυπνητήρι δεν χτύπησε ποτέ. Ο Γιώργος είχε φύγει πολύ πρωί με το ταξί και η Νέλλη ούτε που τον άκουσε. Έπρεπε να φύγει αμέσως. Ούτε πρωινό ντους, ούτε μεικάπ, ούτε καφέ. Δεν άνοιξε καν την ντουλάπα. Φόρεσε στα γρήγορα τα ίδια που φόραγε και χτες, πήρε τα κλειδιά της και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Μπήκε στο αυτοκίνητο, πέταξε δίπλα της την τσάντα και ξεπαρκάρισε χωρίς καν να κοιτάξει τον καθρέφτη. 

Αν ερχόταν κανείς;  σκέφτηκε.

Μια φωνή “…ηρέμησε!” ακούστηκε στο μυαλό της, συνειδητοποιώντας πως δεν θα κέρδιζε τίποτα. Ίσως να τα έκανε και χειρότερα με κάποια αδέξια, βιαστική κίνηση. Άλλωστε το κυκλοφοριακό χάος αυτή την ώρα ήταν κάτι περισσότερο από δεδομένο.  
"Νέο κύμα καύσωνα αναμένεται για το επόμενο τριήμερο. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού…"

Άλλαξε σταθμό γιατί η ζέστη ήταν αρκετά ενοχλητική ώστε να ακούει και γι’ αυτήν. Με το ένα χέρι κρατούσε το τιμόνι και με τ’ άλλο ψαχούλευε την τσάντα της να βρει το κραγιόν. Έστριψε τον καθρέφτη και άρχισε να βάζει στα χείλη της ρίχνοντας μπροστά της κλεφτές ματιές.  

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Μετά από καιρό



Γύρισε στο σπίτι της αποκαμωμένη. Τη νυχτερινή βάρδια δεν την συμπάθησε ποτέ. Τον τελευταίο καιρό όμως, είχαν μαζευτεί πολλά. Είχε καιρό να πάρει άδεια, έφταιγαν τα συνεχόμενα νυχτέρια, η αβάσταχτη μοναξιά… 
Απόψε ‘έφυγε’ ο μικρός Ανδρέας. Λευχαιμία. Οι φωνές της μάνας του ακόμα της χτυπούν τα μηνίγγια. Έμπηξε και η ίδια τα κλάματα όταν του έκλεινε τα ματάκια. Όλη η πτέρυγα στο πόδι…

Μπήκε κάτω από το ντους. Ούτε κατάλαβε πόση ώρα ήταν εκεί με κλειστά τα μάτια και τα χέρια στο τοίχο. Το νερό άρχισε να παγώνει και την ξύπνησε. Τυλίχτηκε με το μπουρνούζι και κάθισε στο πάτωμα. Έβαλε το τασάκι στον καναπέ δίπλα της και άναψε τσιγάρο. Δεν πήγαινε κάτω, το ’σβησε. Ο Ανδρέας στριφογύριζε στο μυαλό της.

Κάποια στιγμή ξύπνησε. Είχε αποκοιμηθεί με βρεγμένα μαλλιά και σχεδόν έτρεμε. Πετάχτηκε πάνω, σ’ ένα μισάωρο ντύθηκε, βάφτηκε λίγο, τρεις κοφτές ρουφηξιές καφέ και βγήκε. Έπρεπε να μαγειρέψει και το ψυγείο ήταν σχεδόν άδειο.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Αγάπη μοναδική


Το τραίνο έφτασε στο σταθμό με καθυστέρηση. Στάθηκε στο σκαλοπάτι του με τη βαλίτσα της, κοιτώντας αριστερά – δεξιά. Ίσα που πρόλαβε να διακρίνει κάποια σκιά να ξεμακραίνει και να χάνεται στη στροφή του πετρόχτιστου Σταθμού.
Κάθισε στο παγκάκι και άναψε ένα τσιγάρο που το ζήταγε από ώρα. Τράβηξε δυο γερές ρουφηξιές, το πέταξε στις ράγες και ξεκίνησε. Στρίβοντας είδε τον σταθμάρχη μέσα από το παράθυρο του γραφείου του να διαβάζει ένα βιβλίο δίπλα από τον καφέ που άχνιζε.

Είχε αρχίσει να χαράζει. Παντού παγωνιά και υγρασία. Πήρε την κατηφόρα για να βγει στον κεντρικό δρόμο του χωριού, καθώς οι στέγες έσταζαν ακόμη τη βροχή της νύχτας. Ένα σπίτι που το θυμόταν μισοτελειωμένο είχε ήδη τον κήπο με τα δέντρα του. Τα λιγούστρα στο μαντρότοιχο είχαν θεριέψει. Ακριβώς απέναντι βρισκόταν ένα άλλο διώροφο υπό κατασκευή. Το χωριό μεγάλωνε.

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Εργαζόμενο κορίτσι


Αρχές Γενάρη, βράδυ, εννιά η ώρα. Το σκοτάδι βαθύ, απλωμένο παντού γύρω. Ένα βαρέλι που έκαιγε μαδέρια από νωρίς, είχε σβήσει από τη δυνατή νεροποντή. Μέσα στο σπίτι είχε ολοκληρωθεί ο "στολισμός". Κάτι τελευταία βουρτσίσματα από τη μάνα, την ώρα που ο πατέρας σιγοψιθύριζε συμβουλές στ’ αυτί, φωνές και φασαρία από τα μικρότερα αδέλφια. Τα μεγαλύτερα ήσαν ήδη στις "δουλειές" τους. Τους καληνύχτισε, πήρε το "εμπόρευμα" και έφυγε. 

Βγήκε από το σπίτι κλείνοντας πίσω της με προσοχή μια ετοιμόρροπη ξεχαρβαλωμένη πόρτα από τάβλες και νάιλον που όταν φυσούσε έκανε διαολεμένο θόρυβο. Δυό γειτόνισσες που την είδαν να βγαίνει ούτε που τής έδωσαν σημασία. Μόνο ο φίλος της ο Γιαννάκης την χαιρέτησε από μακριά και τής φώναξε "καλές δουλειές". Εκείνη με το χέρι στο στόμα του πέταξε ένα φιλί.

Είχε αργήσει περιμένοντας να κοπάσει η βροχή. Ευτυχώς σταμάτησε να βρέχει και τα σύννεφα άρχισαν να φανερώνουν τα κρυμμένα αστέρια. Είχε πολύ δρόμο να κάνει και έπρεπε να βιαστεί. Επιτάχυνε το βήμα –όσο μπορούσε με τα μικρά της ποδαράκια- προσπαθώντας με μικρές δρασκελιές να αποφύγει τις λάσπες, μη και λερώσει τα μοναδικά της παπούτσια. 

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Μια συνάντηση


Ήταν σίγουρη πως κάπου τον είχε ξαναδεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού, μα δεν έκανε λάθος. Είχε εκείνο το ακαθόριστο συναίσθημα όταν συναντάς κάποιον τυχαία και κάτι μέσα σου σε βεβαιώνει πως δεν είναι η πρώτη φορά.

Είχε καθίσει στην καρέκλα του καφενείου πριν λίγα μόλις λεπτά. Ένα μικρό γραφικό καφενεδάκι από εκείνα που σπάνια συναντάς σήμερα, σαν βγαλμένο από τις παλιές καρτ-ποστάλ, να σου δείχνει την παλιά Αθήνα που ποτέ δεν γνώρισες.

Θυμήθηκε πως το είχε μάθει από μια φίλη της (θα πηγαίνει και ένας χρόνος τώρα) όταν της είχε δώσει εκεί ραντεβού. Δεν ήταν δύσκολο να το βρει. Η γειτονιά τόσο διαφορετική από τις άλλες, όλα τόσο μοναδικά γύρω, που ήταν αδύνατο να μη το εντοπίσει μέσα σ' αυτό το γραφικό δρομάκι.
Τα σκοινιά της μπουγάδας ένωναν τα αντικριστά σπίτια. Στο ένα μπαλκόνι οι γαρδένιες με τους λαδοτενεκέδες για γλάστρες. Το σιδηρουργείο από κάτω είχε στην είσοδο δυο μπλε πλαστικά βαρέλια με ελάσματα απ’ τον τόρνο. Η μωβ μπουκαμβίλια στο μπαλκόνι διαγώνια γέμιζε με πέταλα το στενοσόκακο. Αμέσως μετά το εργαστήρι που επιδιόρθωνε έγχορδα και δίπλα η ταμπέλα ".Μ….Π..ΕΙΟΝ". Καταλάβαινες τι έγραφε από τα κοφίνια με τις ομπρέλες.
Και στο βάθος του δρόμου, λίγο πριν τη στροφή, το καφενεδάκι του Μιχάλη με την κληματαριά.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Το απάγκιο


Σήμερα κλείνει τα 50. Πέρασαν 50 ολόκληρα χρόνια από εκείνη την ημέρα που είδε τον κόσμο. Δεν του είναι εύκολο να το πιστέψει, κι όμως πέρασαν.

Πάντα εκεί, ανάμεσα στα δύο πλατάνια που μεγαλώνουν και αυτά μαζί του. Στην άκρη του μονοπατιού για να χαζεύει τους ανθρώπους που το προσπερνούν, πλάι σ’ εκείνο το άγαλμα του Δήμαρχου – προς τιμήν του πήρε το όνομα και η μικρή πλατεία –, απέναντι από το περίπτερο της κυρίας Ιωάννας (δεν θα ’ναι καμιά 40ριά χρόνια που το άνοιξε;). 

Την θυμάται χήρα εκεί γύρω στα 30 της όταν την πρωτόειδε. Έχασε τον άντρα της στις θάλασσες της Αργεντινής και τότε ο Βασιλάκης της ήταν στα έξι. Αντρογύναικα η Ιωάννα, δεν άφησε μέρα να πάει χαμένη. Σήκωσε τα μανίκια και άρχισε να παλεύει. Δανείστηκε, παρακάλεσε, χτύπησε τις πόρτες που ήξερε. Αυτοί την έστειλαν σε άλλους και μετά σε άλλους, ώσπου βρήκε την άκρη.
Και σήμερα, κάπου στα 70 της, ίσα που κατορθώνει να σηκώσει το σπάγκο με τις εφημερίδες. Όλα για τον Βασιλάκη. Άφησε τη δική της ζωή για το γιό τους. Και ο Βασιλάκης τελείωσε την Εμποροπλοιάρχων και σήμερα ταξιδεύει. Το πεπρωμένο…