Σελίδες

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Αγάπη μοναδική


Το τραίνο έφτασε στο σταθμό με καθυστέρηση. Στάθηκε στο σκαλοπάτι του με τη βαλίτσα της, κοιτώντας αριστερά – δεξιά. Ίσα που πρόλαβε να διακρίνει κάποια σκιά να ξεμακραίνει και να χάνεται στη στροφή του πετρόχτιστου Σταθμού.
Κάθισε στο παγκάκι και άναψε ένα τσιγάρο που το ζήταγε από ώρα. Τράβηξε δυο γερές ρουφηξιές, το πέταξε στις ράγες και ξεκίνησε. Στρίβοντας είδε τον σταθμάρχη μέσα από το παράθυρο του γραφείου του να διαβάζει ένα βιβλίο δίπλα από τον καφέ που άχνιζε.

Είχε αρχίσει να χαράζει. Παντού παγωνιά και υγρασία. Πήρε την κατηφόρα για να βγει στον κεντρικό δρόμο του χωριού, καθώς οι στέγες έσταζαν ακόμη τη βροχή της νύχτας. Ένα σπίτι που το θυμόταν μισοτελειωμένο είχε ήδη τον κήπο με τα δέντρα του. Τα λιγούστρα στο μαντρότοιχο είχαν θεριέψει. Ακριβώς απέναντι βρισκόταν ένα άλλο διώροφο υπό κατασκευή. Το χωριό μεγάλωνε.

Στα 200 περίπου μέτρα συνάντησε το παλιό σχολείο που είχε πολλά χρόνια να λειτουργήσει. Τα ελάχιστα παιδιά τα μετέφερναν πια οι γονείς τους στο κεφαλοχώρι που συστέγαζε Δημοτικό και Γυμνάσιο.
Το χρώμα του τοίχου είχε πια φύγει και οι τσιμεντόπληθες είχαν όλες σχεδόν  αποκαλυφθεί. Ανάμεσά τους τα ίδια ξεραμένα χόρτα που είχαν γεμίσει και το προαύλιο να μη θυμίζουν σε τίποτα τη ζωντάνια και τη δύναμη που έκρυβε μέσα του από περασμένες γενιές αγνών ανθρώπων.

Στα αριστερά το καφενείο του Σωτήρη με την πελώρια γυμνή μουριά απ’ έξω. Παιχνίδια που είχε κάνει εκεί μέσα μικρή! Το καφενείο ήταν παλιότερα του παππού. Μια μέρα πήγε ο Σωτήρης και του το ζήτησε. "Να στο δώσω Σωτηράκη, κουράστηκα".

Η εκκλησία του Αϊ Σπυρίδωνα ίδια όπως πάντα. Τα φανάρια στη μικρή πλατεία της, πρόδιδαν τη μοναδική αλλαγή των τελευταίων ετών. Άφησε ένα κέρμα, πήρε δυό κεριά και πέρασε το δρόμο απέναντι για το νεκροταφείο.
Η πόρτα στρίγγλισε στο άνοιγμα. "Δεν θα ξυπνήσει κανένας…", μουρμούρισε, με μια σκέψη εύθυμη και πόνου μαζί.
Ο τάφος της γιαγιάς και της μάνας ήταν γεμάτος φύλλα. Με ένα ξύλο έσπρωξε τα περισσότερα, άναψε τα καντηλάκια, έμπηξε τα κεριά στο τούβλο, κάτι ψιθύρισε, έκανε ένα σταυρό και βγήκε ξανά στο δρόμο.

Το σπίτι του παππού ήταν το πιο απομακρυσμένο. Πάνω σ’ ένα ύψωμα, ανάμεσα στα δέντρα και με έναν δρόμο που τον θυμάται ίδιο και απαράλλαχτο από τότε που ήταν ακόμη παιδί. Περπάτησε προσεκτικά ακροπατώντας στις διάσπαρτες μεγάλες πέτρες που είχε βάλει ο προπάππος πριν πολλά πολλά χρόνια. Άνοιξε τη συρμάτινη πόρτα με το ξύλινο τελάρο και μπήκε στην αυλή.

Τα γαβγίσματα τα άκουγε από την ώρα που άνοιγε την πόρτα του νεκροταφείου. Ο Άρης, ένας θεόρατος Γερμανικός Ποιμενικός έτρεξε καταπάνω της τρελός απ’ τη χαρά του. Γαβγίζοντας ασταμάτητα έβαλε τα δύο μπροστινά του στον ώμο της, ενώ η ουρά του πήγαινε δαιμόνια πέρα δώθε.
"Κάτσε βρε Άρη, θα με λασπώσεις! Χαρά μου εσύ! Τι κάνεις κούκλε μου, τι κάνεις ο παππούς;", του είπε χαϊδεύοντάς τον στο κεφάλι.
Ο Άρης αφού την μύρισε εξονυχιστικά έφυγε τρέχοντας και γαβγίζοντας να αναγγείλει τα νέα καθώς αυτή ανέβαινε τα τέσσερα ξύλινα σκαλοπάτια και έμπαινε στο σπίτι.

Η ίδια γνώριμη αγαπημένη της εικόνα! Το αναμμένο τζάκι φώτιζε παντού. Πάνω από τον μαρμάρινο νεροχύτη κρέμονταν ταψιά και κατσαρόλες. Και ανάμεσά τους η αδυναμία της: το μπακιρένιο τηγάνι-κειμήλιο της προγιαγιάς!
Τον τοίχο στόλιζε ένα τεράστιο κάδρο με δυο άλογα που έτρεχαν στην αμμουδιά. Το κέντημα της μάνας.
Στο τραπέζι το βάζο με κλαδιά μυγδαλιάς που στερέωνε τη φωτογραφία της γιαγιάς της, ένα μισοτελειωμένο πιάτο φαγητό και ένα ποτήρι με λίγο κρασί. Η γεμάτη πεντακοσάρα στο πάτωμα. Μια φωνούλα "Αχ παππούλη μου, είσαι νοικοκύρης..." βγήκε από μέσα της.

"Παππού…; Παππού…;", φώναξε περνώντας στα διπλανά δωμάτια.
"Να ’μαι κι εγώ", είπε χαμογελαστός κλείνοντας την πόρτα και αφήνοντας στο πάτωμα τα ξύλα που μόλις είχε σχίσει. Χώθηκε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και έμειναν για αρκετή ώρα να κοιτιούνται στα μάτια.

Κάθισαν σε δυο καρέκλες αντικριστά στο τζάκι. Εκείνη έριξε στη φωτιά ένα κούτσουρο κι αυτός το τακτοποίησε σπρώχνοντάς το με ένα ραβδί αγριελιάς που το ‘χε για μαγκούρα.
"Να ψήσω καφέ; Σε περίμενα να τον πιούμε μαζί!"
"Μετά παππούλη μου. Ξέρεις τι θα ήθελα τώρα; Να πάρω ένα καλό πρωινό απ’ αυτά που μόνο εσύ ξέρεις να μου φτιάχνεις."
"Δύο αυγά, ζυμωτό ψωμί και φρέσκο γάλα. Έγινε!"
"Ζύμωσα χτες", τής φώναξε βγαίνοντας για το κοτέτσι.

Τελείωνε το πρωινό της όταν ο παππούς άφηνε το δίσκο με τους καφέδες στο τραπέζι. Μοσχομυριστοί και μερακλίδικοι όπως πάντα. Χρόνια καφετζής ο κυρ Γιώργης δεν του ‘βγαινε κανένας στον ελληνικό του!

"Τι κάνει ο άντρας σου, το παιδί σου; Έπρεπε να μου τους φέρεις! Ο αδελφός σου ο Αντρέας τι κάνει; Καιρό έχω να μάθω νέα του. Πάει… με ξέχασε αυτός... Τουλάχιστον είναι καλά;"

"Θα στα πω. Ο Αντρέας είναι καλά. Είναι στην Αίγυπτο με την εταιρεία του. Δουλεύει σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία και αυτό τον καιρό φτιάχνουν ένα μεγάλο έργο στην Αλεξάνδρεια. Την περασμένη βδομάδα τηλεφωνηθήκαμε και του είπα ότι θα ‘ρθω να σε βρω. ‘Να του δώσεις πολλά φιλιά από μένα’, μου είπε. Να ξέρεις ε, αυτά που σου έδωσα ήταν τα δικά μου. Τα δικά του ακόμη στα χρωστάω. Δεν τελειώσαμε εμείς…"
Γέλασαν και οι δύο.

"Παιδί μου, έχεις να ’ρθεις κάπου πέντε χρόνια. Δεν άλλαξες καθόλου. Πάντα ζωγραφιά θα μείνεις."

"Ούτε τέσσερα, παππού. Από τότε που έμεινα έγκυος. Τώρα που ξεπετάχτηκε ο Θανασάκης έτρεξα κοντά σου. Και θα 'ρχομαι πιο συχνά. Κανά νέο στο χωριό;"

"Το Σεπτέμβρη πέθανε η παπαδιά. Χτικιό η κυρά Σοφία, σα τη μάνα σου. Μου την έφαγε ο άτιμος…", μουρμούρισε.

"Κανείς δεν έφαγε τη μάνα, παππού. Εσύ που ‘σαι άνθρωπος του Θεού ξέρεις πως Αυτός ξέρει καλύτερα. Θα πάμε κόντρα στο θέλημά Του;"

"Έχασα τη Λενιώ μου … το στήριγμά μου … από καρδιά … πριν κλείσει τα σαράντα. Και τη μάνα σου, τη μοναχοκόρη μου, την πέθανε αυτός ο …."

"Τι θα κάνω εγώ με σένα, μου λες; Τι έπαθε πάλι το κινητό σου;", (του φώναξε θέλοντας να αλλάξει κουβέντα)
"Γι’ αυτό δεν στο έδωσα; Για να σε βρίσκω και να μιλάμε. Εγώ δεν το πληρώνω; Δεν πιστεύω να φοβάσαι μη με χρεώσεις; Μέρες σε έπαιρνα και το είχες κλειστό. Μέχρι που αναγκάστηκα να τηλεφωνήσω στο Σωτήρη να σε ειδοποιήσει πως έρχομαι."

"Παιδάκι μου, ξεχνάω να το βάλω στη πρίζα και κλείνει μόνο του. Τις προάλλες που ήθελα να σε πάρω είχε σβήσει. Πήρα εκείνο το χαρτάκι με το νούμερο που μου έχεις αφήσει και πήγα στο Σωτήρη να μου το ξαναανοίξει. Τον ντρέπομαι όλη την ώρα".

"Παππούλη μου, ανησυχώ! Ζεις μονάχος σου και φοβάμαι. Στο έχω ξαναπεί παππού μου, μα θα στο ξαναπώ και συχώρα με. Γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις μαζί μας; Τα ‘χουμε πει με τον Νίκο μου κι έχουμε συμφωνήσει. Σε αγαπάει πάρα πολύ, ίσως περισσότερο κι από μένα. Σε θέλει κοντά μας, ειδικά τώρα που έχουμε τον Θανασάκη μας. Θα μας κρατάς συντροφιά και θα είσαι καλό παράδειγμα για το παιδί."

"Και τα καντήλια; Ποιος θα ανάβει τα καντήλια; Δε γίνεται Λενιώ μου. Εδώ είναι η γυναίκα μου, εδώ είναι το παιδί μου. Τι δουλειά έχω εγώ να κατέβω στην Αθήνα; …
Θα μείνεις μέρες;"

"Μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Τους άντρες μου τους τακτοποίησα. Έχουν πάει στα Γιάννενα, στην αδελφή του Νίκου. Πεθύμησε ο Θανασάκης τις ξαδελφούλες του. Του χρόνου, πρώτα ο Θεός, λέμε να έρθουμε λίγες μέρες εδώ."

Πιάστηκε απ’ τη μαγκούρα, σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Το σκούπισε με το μανίκι και ατένιζε τη λίμνη.
"Θα πάμε μετά για ψάρεμα. Έχω κρατήσει εκείνο το καλάμι που σου είχα φτιάξει όταν ήσουν μικρή. Θυμάσαι; Πρώτα όμως θα πάμε στο μνήμα."
"Πήγα εγώ παππού. Καθάρισα και άναψα τα καντήλια. Πάμε αύριο πάλι."
"Δεν γίνεται παιδί μου. Κάθε μέρα τ’ ανάβω. Μέχρι να κλείσω τα μάτια μου αυτό δεν αλλάζει".

"Παππού μου, θέλω να ξέρεις κάτι. Σ’ αγαπώ πολύ πολύ…!"

"Το ξέρω κόρη μου. Το ξέρω."





34 σχόλια:

  1. Ναι, κανόνισε όπως το πας, να μην σε προλαβαίνουμε εμείς!
    Πάω τώρα να σε διαβάσω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα έπαιρνα όρκο ότι γράφτηκε από γυναίκα. Μη με ρωτήσεις το λόγο.
    Τόσο λυρικό και τρυφερό, τόσο ζωντανές εικόνες, τόσο φορτισμένο συναισθηματικά, που δεν θα περίμενα ποτέ πως ο δυναμικός Ακυβέρνητος που ξέρω, κρύβει μια σπάνια ευαισθησία και καταθέτει μικρά λογοτεχνήματα.
    Με ξαφνιάζεις διαρκώς...
    Να'σαι καλά Πέτρο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τώρα αυτό να το πάρω ως κάτι θετικό;
      Ή μήπως να αρχίσω να ψάχνομαι;
      Κοίτα που θα μου βγει και τ' όνομα...!!! :))))
      Σ' ευχαριστώ Μαρία.

      Διαγραφή
  3. Δεν ήθελα να τελειώσει...με συνεπήρε τελείως!
    Να είσαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάπου όμως έπρεπε να κλείσει πριν αρχίσει να κουράζει.
      Καλό σου βράδυ.

      Διαγραφή
  4. Θα αστειεύεσαι βέβαια... Ελπίζω να μην τελείωσε η ιστορία. Δεν ξέρω τίποτα, εγώ περιμένω τη συνέχεια... Καλό ξημέρωμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δε μου λες, είδες πουθενά στο τέλος κανα "...συνεχίζεται";

      Εδώ βρήκες ένα μικρό δείγμα.
      Οι επόμενες 255 σελίδες βρίσκονται επί του τυπογραφείου.
      Εξυπνάδες του εκδότη μου για να τα κονομήσουμε...!

      Διαγραφή
  5. οοοοο τελειο!
    καλημερα και καλη εβδομαδα!
    ειναι εξαιρετικη η γραφη σου!
    σε κανει να διαβαζεις και να μη μπορεις να σταματησεις!
    μπραβο μπραβο μπραβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κανονίστε να την ψωνίσω! :))))
      Ευχαριστώ πολύ.

      Διαγραφή
  6. Εγω δακρυσα παντως... Καποιοι ανθρωποι...στυλοβατες ενος κοσμου που χανεται... Καποιες αγαπες...απλα αξεπεραστες...
    Να εισαι καλα Πετρο! Τη λατρευω αυτη την πλευρα σου!
    Καλη εβδομαδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή εβδομάδα να έχεις πεταλούδα.
      Είναι πράγματι μαγικό να συνεννοούμαστε με τις εικόνες και το συναίσθημα.

      Διαγραφή
  7. Πέτρο μου καταπληκτικό με συγκλόνισε η ιστορία σου.
    Πόσα συναισθήματα μου έβγαλε!
    Καποιοι άνθρωποι έρχονται για να αφήσουν το στίγμα τους σε κάποιους άλλου με τρόπο μοναδικό!
    Και τους έχεις πάντα μαζί σου!
    Θέλω και συνέχεια οπωσδήποτε!!!
    Την καλησπέρα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τίποτα δεν φεύγει από μέσα σου αν δεν το αφήσεις εσύ, δε νομίζεις;

      Έλενα, το είχα σχολιάσει και στις προηγούμενες απόπειρες που έκανα για να γράψω (κάτσε να το πω ευγενικά) μη πολιτικά κείμενα. Νομίζω πως αν το εγχείρημα γίνει σε συνέχειες θα κουράσει και θα φθίνει. Έχω πολλά να πω μα δεν νομίζω πως χρειάζεται να συνεχίσουμε την ιστορία αυτή.
      Φτιάχνουμε άλλες.

      Και αναφέρω και αυτό που είχα γράψει και τότε: όποιος/α θέλει μπορεί να συνεχίσει την ιστορία και ευχαρίστως να την δημοσιεύσω.
      Πιστεύω πως έτσι θα αποκτήσει περισσότερο ενδιαφέρον.
      Καλό σου βράδυ.

      Διαγραφή
  8. Αχ! Πέτρο! Αυτά τα καντήλια! Που μένουν αναμένα μέσα μας κι άσβεστα κατακαίγουν το μυαλό και την καρδιά!
    Το κείμενό σου, φίλε μου, γεμάτο αγάπη κι ευαισθησία. Χαίρομαι που στην Πάτρα κατοικούν ακόμα αυτές οι ιδιότητες :-).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. *αναμμένα (όταν συγκινούμαι τρώω γράμματα)

      Διαγραφή
    2. Εγώ πάλι όταν συγκινούμαι πλακώνω τους κουραμπιέδες. Ή τα τσίπουρα. Στο τσακίρ κέφι τα ανακατεύω κιόλας...! :)))
      Φιλιά στην Άννα και την Πάρο της.

      Διαγραφή
    3. Σε βλέπω για τους κουραμπιέδες :-D
      Πάω να σε απολαύσω εγώ!
      Κι ακόμα χρωστώ κάτι.... αλλά ας όψονται Συμπόσια και γυμναστικές :)))

      Διαγραφή
    4. Άτιμα συμπόσια που σε πήραν από μένα...!

      Διαγραφή
  9. Έλα! Βούρκωσα! Πώς το καταφέρνεις ε μου λες; Στις τελευταίες σου λέξεις δεν άντεξα!
    Μπα σαριδάκι θα μπήκε που λέει κι ο μπαμπάς μου!
    Πέτρο μου.... χρυσή η πένα σου! Μην την εγκαταλείπεις...Να μας γράφεις πιο συχνά :))
    Σε φιλώ γλυκά!
    Καλό βράδυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εγώ αυτό λέω, σαριδάκι θα ήταν.
      Αυτά παθαίνει όποια δεν σκουπίζει συχνά.
      Να προσέχουμε παρακαλώ.
      :))
      Καλό σου βράδυ.

      Διαγραφή
  10. Δεν είναι τυχαίο που με καθήλωσε το κείμενό σου, Πέτρο!
    Άγγιξες την ψυχή μου και στάθηκα, ενώ δεν είχα καμία διάθεση να σχολιάσω πουθενά.
    Κρατάς για άλλη μια φορά το μαγικό ραβδί!
    Φυσικά μη θεωρήσεις τον εαυτό σου μαθητευόμενο μάγο, καθώς έχεις τα σκήπτρα και απλά τα κρύβεις ή δεν τα έχεις ανακαλύψει ούτε εσύ ο ίδιος...

    Η ιστορία σου καταλυτική για μένα! Λειτουργεί ως βάλσαμο...
    Σ' ευχαριστώ για τη γραφή σου και χαίρομαι πολύ που σε γνώρισα!
    Είσαι σπάνιος!

    Γλαύκη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρε παιδιά όλοι, με έχετε κάνει και κοκκινίζω (με βλέπετε έτσι;).
      Ευχαριστώ Γλαύκη μου για τα καλά σου λόγια τα οποία και κρατώ. Με τιμάει η επίσκεψή σου και το σχόλιο που άφησες τούτες τις δύσκολες ώρες που περνάς. Με τιμάει ιδιαίτερα!
      Πριν γράψω τούτες τις γραμμές προσπάθησα να απαντήσω στο mail σου (το διάβασα σήμερα το πρωί αλλά δεν είχα χρόνο να απαντήσω) και η Yahoo μου έβγαλε ένα μεγαλοπρεπές "Connection refused".
      Μόλις καταστεί δυνατό θα τα πούμε και από κει.
      Να είσαι καλά. Γερή, δυνατή και αγωνίστρια για τους πολλούς που σε έχουν ανάγκη.
      Φιλιά για ένα όμορφο βράδυ.

      Διαγραφή
  11. Τι όμορφο τι συναισθηματικό το διήγημά σου!
    Κατάφερες να με συγκινήσεις με τις εικόνες που περιγράφεις το ξέρεις?
    Και'γω εξεπλάγην που είναι ηρωίδα και όχι ήρωας!
    Αλλά το ψάρεμα δεν μπορούσες να τ'αποφύγεις έτσι??

    Τα παγωμένα μου φιλιά
    για καλό βράδυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αν ήταν ήρωας το πολύ πολύ να του ‘λεγε: "τι έγινε ρε γέρο, παίζουμε κανα ταβλάκι κι ύστερα για κυνήγι;" Χαχα!!!
      Καμία μαγεία!!!
      Φυσικά αστειεύομαι. Συνήθως οι ευαίσθητοι άνθρωποι είναι αυτοί που παριστάνουν τους σκληρούς.
      Το ψάρεμα δεν αποφεύγεται με τίποτα! Και στα βουνά του Ολύμπου να με ανεβάσεις, εγώ θα ψάχνω για ψάρια. :))))
      Καλό σου βράδυ.

      Διαγραφή
  12. Τον τελευταίο καιρό μας εκπλήσσεις ευχάριστα, Πέτρο! Μου αρέσουν πολύ οι περιγραφές σου! Περιμένω κι εγώ τη συνέχεια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάτι μέσα μου μού λέει Σοφία πως έχω ανοίξει το λάκκο μου! :)))
      Δεν περίμενα πως αυτά που γράφω ενδιαφέρουν κανέναν, αλλά μάλλον φαίνεται πως έχω μπει σε (όμορφους) μπελάδες. Οι μικρές αυτές ιστορίες γράφονται ύστερα από κάποια έντονη συναισθηματική φόρτιση. Μόλις τελειώσει η γραφή τους έχει ήδη έρθει κάτι άλλο το οποίο δουλεύει συνέχεια στο μυαλό, το τρώει, το τρώει μέχρι που γεννιέται μια νέα ιστορία και προχωράμε.
      Αν οι ιστορίες αυτές κατέληγαν σε κάποιο τέλος νομίζω θα με παγίδευαν. Τώρα τις αφήνω ελεύθερες, ανοιχτές σε όποιον τις διαβάζει να σκεφτεί τη συνέχεια. Τη δική του εκδοχή.
      Δεν υπήρξα ποτέ μου ποιητής ή λογοτέχνης (με τι προσόντα;!), δεν έμαθα να λειτουργώ με φόρμες. Να το πω διαφορετικά: γράφω …αλήτικα, δεν περπατώ σε χνάρια, βαδίζω προς το άγνωστο.
      Το πολύ πολύ να μη φτάσω πουθενά.
      Άρχισε όμως να μ’ αρέσει το περπάτημα.



      Διαγραφή
  13. Σου πηγαίνουν πολύ τα μικρά κείμενα
    και δεν αφήνεις στιγμή να στερέψει το
    ενδιαφέρον του αναγνώστη!!!!
    Συνέχισε.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
      Θεωρώ σημαντικό αυτά που γράφω να ενδιαφέρουν κι άλλους.
      Καλό σου βράδυ.

      Διαγραφή
  14. Γεια σου, Πέτρο, λογοτέχνη μου, πεζογράφε!...Διάβασα ένα ευαίσθητο, καλό, διήγημα... Να 'σαι καλά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ πολύ αγαπητέ Γιάννη.
      Τα λόγια ενός λογοτέχνη έχουν ξεχωριστή σημασία για μένα.
      Καλή δύναμη.

      Διαγραφή
  15. Είχα καιρό να διαβάσω κάτι τόσο τρυφερά περιγραφικό και γεμάτο συγκίνηση , οι εικόνες του με σαγήνευσαν και με γεμίσανε συναισθήματα που είχα καιρό να βιώσω, το κείμενο γραμμένο με λεπτότητα και ευαισθησία πραγματικά με συνεπήρε, δεν περίμενα να έχει γραφτεί από άνδρα, όχι γιατί οι άνδρες δεν είναι ευαίσθητοι , λυρικοί ή συναισθηματικοί αλλά γιατί προτιμούν διαφορετικούς τρόπους γραφής, την καλημέρα μου και τα συγχαρητήριά μου Ακυβέρνητε !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή