Τη δεύτερη ημέρα
των Χριστουγέννων δούλευα. Έφυγα νύχτα Χριστουγέννων από το χωριό, κοιμήθηκα
σπίτι μου και πρωί πρωί ήμουν στη δουλειά. Γραμματεία Επειγόντων Περιστατικών.
Τα πράγματα
ξεκίνησαν καλά, πολύ καλά μπορώ να πω. Οι άνθρωποι ευγενικοί, ζεστοί, με ευχές
και χαμόγελο: “Χρόνια πολλά με υγεία, να
σας ρωτήσω κάτι…”. Μπορώ να πω πως μου έκανε εντύπωση, δεν έχω συνηθίσει
τις πολλές πολλές ευγένειες. Το αντίθετο θα έλεγα. Οι περισσότεροι είναι πάντα
σκυθρωποί, κάτι που μπορώ να καταλάβω απόλυτα. Σε νοσοκομείο βρίσκονται, δεν
υπάρχει διάθεση για χαιρετούρες και χαμόγελα. Ευγένεια όμως; Κάποιες φορές δεν
υπάρχει ούτε αυτή.
Δεν με ενοχλεί.
Το έχω συνηθίσει και σχεδόν αποδεχτεί. Η συγκεκριμένη όμως ημέρα ξεκίνησε
διαφορετικά και με ξένισε ευχάριστα. “Το
πνεύμα των Χριστουγέννων” έλεγα στον εαυτό μου, κάθε φορά που ανταπέδιδα
τις ευχές.
Πολύ γρήγορα τα
πράγματα άλλαξαν. Προς το χειρότερο. Το πολύ χειρότερο. Και το παράξενο είναι
πως από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του ο πρώτος εμπαθής που κουβαλούσε όλη
την αγένεια μαζί του, δεν βρέθηκε μετά ούτε ένας να πει μια ευχή, μια καλημέρα,
να μιλήσει ανθρώπινα. Το μάτιασε!



















