Σελίδες

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Να ξαναγίνουμε φτωχοί.



Έλαβα σήμερα το παρακάτω e-mail. Πρόκειται για μια επιστολή του κ. Γιάννη Ξανθούλη και την απάντηση που δόθηκε από την κ. Ελευθερία Τσακιροπούλου.
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα ότι δημοσιεύθηκε πέρυσι το καλοκαίρι.
Αξίζει πραγματικά τον κόπο να διαβαστούν και οι δύο απόψεις.
Άλλωστε, σ’ αυτόν τον τόπο, πάντοτε υπήρχαν δύο Ελλάδες…


Του Γιάννη Ξανθούλη

Να ξαναγίνουμε φτωχοί. Όπως ήμασταν πάντα. Όπως οι ήρωες των παλιών αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες πόρνες. Όπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθίσει ΟΛΗ η ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό - όσπρια πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό - ενώ η γάτα και ο σκύλος περίμεναν στωικά να 'ρθει η σειρά τους ... 

Να ξαναγίνουμε φτωχοί όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Τότε που ονειρευόμασταν εν μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια μας και οι αυθεντικοί ζήτουλες βρίσκονταν έξω απ' τις εκκλησιές περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου.



Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας κλίμακες χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας. Να ξαναβρούμε τη γεύση του «μπατιρόσπορου», των ελαχιστοποιημένων αναγκών, να ανακαλύψουμε εκ νέου τον ποδαρόδρομο και το συγκινητικό μοντέλο της «γυναίκας της Πίνδου». Μόνο με τέτοιες ηρωικές διαδρομές ενδεχομένως να ακυρώσουμε το κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ.



Να ξαναβρούμε -γιατί όχι- και τους παλιούς καλούς εχθρούς (κυρίως από τα βόρεια) που σήμερα τους έχουμε σκλάβους στα παβιγιόν μας. Να ξετρελαθούμε από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής. Να σκάψουμε στις αυλές -όσοι έχουν αυλές- και να κάνουμε παραδοσιακούς ασβεστόλακκους για να ασπρίζουμε τα δέντρα έτσι για καλαισθησία και υγεία. Να βρούμε πάλι τη σημασία του χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού. Να εφεύρουμε τις παλιές νοσοκόμες που σέρνονταν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας ενέσεις πενικιλίνης στα οπίσθια ολόκληρου του Έθνους.


Να προσδιορίσουμε ξανά την ντροπή και τον «σεβασμό» προσέχοντας το βλακώδες λεξιλόγιο των τέκνων μας. Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας.



Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργασίες. Να απαγορευτεί διά ροπάλου το γκαζόν που για μας τους πρώην φτωχούς δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Στη θέση του να φυτευτούν λαχανικά ή και οπωροφόρα για να μην καλοσυνηθίζουμε την κάστα των μανάβηδων. Κάποτε ο μαϊντανός, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν τα βασικά καλλωπιστικά των κήπων μας.



Να επανακτήσουμε το κύρος μας, χρησιμοποιώντας βέργες κι ό,τι τέλος πάντων απαιτούσε ο βασικός σωφρονιστικός κώδικας τα χρόνια της περήφανης ανέχειας ... Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα «τραύματα» των παιδιών. Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές - χωρίς ενστάσεις από τον Ρομπέν της ευαισθησίας, τον ΣΥΡΙΖΑ - θα αποκαταστήσουν την τρέλα και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.



Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ' τον Μεγαλέξανδρο, από τον Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ' τον... Αλκιβιάδη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ καικοσμηματοπωλείων. Κανένας δισταγμός. Τα παλιά χρόνια για ψύλλου πήδημα σε μπαγλάρωναν. Θυμήσου και κόψ' τους τα χέρια ή και τα αχαμνά. Επιτέλους ας σταματήσουμε την ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια...



ΠΟΤΕ κανένας Έλληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος. Ούτε καν ο Αβραμόπουλος ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι που μου διαφεύγουν. Απ' τον καιρό που σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε. Σταματήστε το «ντόπινγκ» με το τσουλαριό των λαϊκών ασματομουλάρων. ΠΟΣΟΥΣ ΠΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΧΩΡΑ Η ΕΛΛΑΣ, κύριοι καναλάρχες της πλάκας; Δεν είναι καιρός να ξεβρωμίσει ο τόπος απ' τους εκφραστές του τραγουδιστικού Κάμα Σούτρα; ΠΟΙΟΣ θα μαζέψει τις ελιές στα περιβόλια όταν ο κάθε πικραμένος ονειρεύεται να γίνει αφίσα στη Συγγρού; Ποιος θα καθαρίσει τη Συγγρού απ' το αίσχος της καψουρικής ταπετσαρίας, κύριοι δήμαρχοι; Οι τραβεστί; Οι καημένες οι τραβεστί έχουν άλλες υποχρεώσεις...



Μη φοβάστε τη φτώχεια. Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για τριτοκοσμικούς. Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να φρεσκάρουμε στο μνημονικό μας το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού. Το ξέρω πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών μας αξεσουάρ. Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει...



ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ και ο θεός των μικρών πραγμάτων μαζί μας.





 Μια απάντηση στον Ξανθούλη...


 Της Eλευθερίας Τσακιροπούλου



Να ξαναγίνετε φτωχοί χωρίς εμένα.  Η δική μου γιαγιά ήρθε από απέναντι μόνο με το φουστάνι που φόραγε και κατάφερε δουλεύοντας σκληρά να μεγαλώσει τα παιδιά της, να προκόψει (έτσι το λέγαμε τότε) να δει τα εγγόνια της να σπουδάζουν χωρίς να χρειάζονται ακριβοπληρωμένα φροντιστήρια και μια φορά το χρόνο γριά πια να επιφυλλάσει στον εαυτό της τη μέγιστη πολυτέλεια ενός ζευγαριού παπουτσίων από τον Σκλιά.



Εμένα δεν μου άρεσε η λάσπη που κολλούσε στα παπούτσια  μου. Μου άρεσαν οι πικροδάφνες στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, η μυρωδιά στα Αναφιώτικα, οι νερατζιές στη Πανεπιστημίου, η θέα της Ακρόπολης από τη Πατησίων. Μου άρεσε να διαβάζω στο Θέτρο του Διονύσου Σοφοκλή, Αισχύλο και Ευριπίδη, να βλέπω παραστάσεις στο υπόγειο του Κουν και στο Ηρώδειο.  Μου άρεσε ο Χατζηδάκης και ο Τσαρούχης.  Αυτά ήταν η πατρίδα μου και αυτά με έκαναν να την ονειρεύομαι χωρίς λασπόδρομους, ζήτουλες και ψευδοξανθιές.



Τίμια ήμουν ανέκαθεν και το ίδιο έμαθα και στο παιδί μου.  Δουλεύω από την ημέρα που τελείωσα το λύκειο. Δούλευα και σπούδαζα χωρίς φοιτητική άδεια γιατί ο τότε διευθυντής μου έλεγε το αμίμητο «Δεσποινίς μου πρέπει να διαλέξετε ή φοιτήτρια θα είστε ή εργαζόμενη».  Και διάλεξα και τα δύο. Και τα κατάφερα και στα δύο. Και παράλληλα έμαθα και τρεις ξένες γλώσσες. Και πλήρωνα και πληρώνω σκληρούς φόρους, χωρίς ποτέ  μα ποτέ να έχω κρύψει ούτε δραχμή των εισοδημάτων μου.



Ναι λοιπόν δουλεύω 10 ώρες την ημέρα επί 24 συναπτά έτη και κάποια στιγμή τα κατάφερα και έβγαλα λεφτά.  Πρέπει να ντρέπομαι;  Ούτε επιδοτήσεις για ανύπαρκτες καλλιέργειες πήρα ποτέ, ούτε καμιά απευθείας ανάθεση,  ούτε σε επιτροπή ή Δ.Σ. ή οργανισμό του δημοσίου ήμουν μέλος, ούτε προαγωγή πήρα μετά από τηλέφωνο πολιτικού προσώπου.  Ότι έκανα το έκανα μόνη μου. Και τα Μanolo που φοράω μόνη μου τα πήρα.  Και κάθε φορά που ανεβαίνω πάνω τους θυμάμαι τη γιαγιά μου και τη χαρά της όταν έφερνε στο σπίτι το περίφημο κουτί από το salon sklia και τη περηφάνεια της όταν τα φόραγε  και μας έλεγε τι πέρασε στη ζωή της και πως τα κατάφερε να «προκόψει».



Και δεν θέλω να ξαναβρώ παλιούς εχθρούς, θέλω μόνο νέους φίλους και συμμάχους για να πραγματοποιήσουμε το όνειρο μιας δίκαιης, αξιοκρατικής και προοδευτικής κοινωνίας.  Δεν θέλω καμιά νοσοκόμα να «συρθεί» στο σπίτι μου όταν αρρωστήσω. Θέλω να υπάρχει ένα σύστημα υγείας που θα με περιθάλψει.  Αυτό πληρώνω άλλωστε με το μισό του εισοδήματός μου. Δεν πληρώνω για να τρώνε τα λαμόγια των νοσοκομείων και οι φαρμακευτικές εταιρείες.

Και δεν θέλω να ράβω μόνη μου τα ρούχα μου, γιατί δεν προλαβαίνω και γιατί δεν καταλαβαίνω το λόγο που πρέπει να σπρώξω στην ανεργία μια μοδίστρα. Και δεν θέλω στη βεράντα μου να φυτέψω ζαρζαβατικά (στο ρετιρέ του ο κος Ξανθούλης ας το κάνει), μου αρέσουν οι γαζίες μου και οι μυρτιές μου και οι δάφνες μου.  Και μου αρέσει και ο μανάβης της γειτονιάς μου.  Και μάλιστα πολύ.  Γιατί αντί να δώσει το ιδιόκτητο μαγαζί γωνία που έχει στο κέντρο της Αθήνας για να γίνει Everest ή Γερμανός, έχει το πείσμα, το κουράγιο και τη τρέλα να επιμένει να πουλάει τη πραμάτεια του υπό τους ήχους κλασσικής μουσικής.



Και φυσικά δεν θέλω να χρησιμοποιήσω βέργες για να σωφρονίσω τη κόρη μου. Η κόρη μου με κάνει περήφανη και μου δίνει τη δυνατότητα να ονειρεύομαι μια καλύτερη πατρίδα.



Μια πατρίδα που οι αγρότες της δεν τρώνε επιδοτήσεις και αποζημιώσεις στα μπουζουκομάγαζα, οι πολιτικοί της είναι και ηθικοί και νόμιμοι, η άρχουσα τάξη της δεν αποτελείται από λαμόγια και απατεώνες, ψευτοκουλτουριάδες και δήθεν διανοούμενους που συναναστρέφονται με κλέφτες πολιτικούς.



Μια πατρίδα με ανθρώπους σα τη γιαγιά μου και τη κόρη μου, εμένα και τους φίλους μου και όλους αυτούς που δεν συμμετείχαν στο πάρτυ.  Ε λοιπόν όχι δεν ήμασταν εκεί όταν τρώγανε, όταν έχτιζαν βίλλες ή αγόραζαν καγιέν. Ούτε τώρα είμαστε με αυτούς που κρύβουν τις πισίνες τους, φυγαδεύουν τα λεφτά τους στο εξωτερικό και αγοράζουν ακίνητα όσο-όσο στο Λονδίνο.



Και ναι προερχόμαστε από το Μεγαλέξανδρο, το Μιλτιάδη, τον Αριστείδη, τον Αλκιβιάδη.  Αλλά και από τον Πλάτωνα και τον Επίκουρο.  Το Σοφοκλή και τον Αριστοφάνη.  Και ελπίζω να μην ξαναζήσουμε στην Ελλάδα εποχές που σε μπαγλάρωναν για ψύλλου πήδημα.



Και ναι μου αρέσει το ελαιόλαδο, η κορινθιακή σταφίδα, ο χαλβάς Φαρσάλων, τα εσπεριδοειδή, οι σαρδέλες και τα ραδίκια.  Η φτώχεια όμως όχι.  Δεν θα πάρω.

Να δοκιμάσετε χωρίς εμένα!

6 σχόλια:

  1. Για τον Γιάννη Ξανθούλη.
    Ένας άνθρωπος που πριν ένα χρόνο «προφήτευσε» αυτό που αρκετοί από μας το θεωρούσαμε σίγουρο. Την πτώχευση της χώρας και των πολιτών της. Τι είναι αυτό που μπορεί να μας κάνει να διαφωνήσουμε μαζί του; Το μόνο που δεν μου κάθεται καλά είναι η υπερβολή στα παραδείγματα που έδωσε αλλά μάλλον να το έκανε για να δώσει δραματικότερο τόνο στις σκέψεις του.

    «Να ξαναγίνουμε φτωχοί»: Όταν ένα λίτρο γάλα στην Ελλάδα έχει 1,40 ευρώ, δηλαδή όσο μισό γαλόνι στην Αμερική (κι αυτό σε δολάρια) τότε έχουμε χάσει το μέτρο, να ξαναγίνουμε φτωχοί και να ρίξουμε τις τιμές τουλάχιστον στο μισό απ’ ότι είναι σήμερα. Είχε γεμίσει η αγορά από παπουτσάδικα που πουλούσαν παπούτσια προς 400 ευρώ το ζευγάρι δηλαδή 150.000 δραχμές. Δεν πάμε στο διάολο λέω γω;

    «…οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες πόρνες».
    Άδικο έχει;

    «σεμνό φαγητό - όσπρια πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό».
    Εμείς αυτό το είδους φαγητό, το 2011, το έχουμε αναδείξει σε γαστρονομική απόλαυση. Τα άγρια χόρτα του βουνού που τακτικά μαζεύω με τη γυναίκα μου γιατί μου αρέσουν πολύ έχουν φτάσει στην εξωφρενική τιμή των 9-10 το κιλό! Ούτε χόρτα για την ευχαρίστησή μας βολτάροντας στην εξοχή δεν κάνουμε. Κατά τα άλλα η υστερία και ο ξύλινος λόγος περί οικολογίας, την αγάπη προς την φύση και την επιστροφή σ’ αυτήν καλά κρατεί. Ενώ τα όσπρια αν ψάξουμε να τα βρούμε στα βιολογικά θα τα πληρώσουμε χρυσάφι.

    «…καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε να γίνει ψευδοξανθιά…»
    «…να ακυρώσουμε το κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ…»
    «…με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής…»
    «…Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας..».
    «…Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα δίνουμε του κόσμου τα λεφτά…»
    «…Το ξέρω πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών μας αξεσουάρ...».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Για την Eλευθερία Τσακιροπούλου
    Η κυρία μάλλον συμφωνεί με τον Ξανθούλη και δεν το έχει καταλάβει. Στο μόνο που διαφωνεί είναι που δηλώνει ότι δεν θέλει να πτωχεύσει και τα βάζει μαζί του λες κι αυτός πρόκειται να το κάνει.
    Συμφωνεί μαζί της με τη γιαγιά της και είναι υπερήφανη για τη σκληρή ζωή που πέρασε, καταριέται τα ακριβά φροντιστήρια του σήμερα και την κατ’ όνομα μόνο δωρεάν παιδεία.

    «…Εμένα δεν μου άρεσε η λάσπη που κολλούσε στα παπούτσια μου. Μου άρεσαν οι πικροδάφνες στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, η μυρωδιά στα Αναφιώτικα, οι νερατζιές στη Πανεπιστημίου, η θέα της Ακρόπολης από τη Πατησίων…»
    Δεν της αρέσει η λάσπη στα παπούτσια αλλά αναπολεί τις πικροδάφνες, τις νερατζιές και τις μυρωδιές τους.

    «…Αυτά ήταν η πατρίδα μου και αυτά με έκαναν να την ονειρεύομαι χωρίς, ζήτουλες και …»
    Αναφέρεται στις ψευδοξανθιές λες και ανήκουν στο παρελθόν του Ξανθούλη. Κυρία μου αυτές ανήκουν στο σήμερα!!! Όσο για τους ζήτουλες αυτοί σήμερα είναι και περισσότεροι αλλά και επαγγελματίες 100%. Για τους λασπόδρομους θα μπορούσα να συμφωνήσω μαζί της.

    «…Δουλεύω από την ημέρα που τελείωσα το λύκειο. Δούλευα και σπούδαζα χωρίς φοιτητική άδεια…»
    Δεν είστε η μόνη που έχετε δουλέψει στη ζωή σας. Όλοι μας δουλέψαμε και δουλεύουμε. Γιατί μας το τονίζετε;

    «…δεν θέλω να ξαναβρώ παλιούς εχθρούς, θέλω μόνο νέους φίλους και συμμάχους για να πραγματοποιήσουμε το όνειρο μιας δίκαιης, αξιοκρατικής και προοδευτικής κοινωνίας…»
    Για τους παλιούς εχθρούς ο Ξανθούλης μάλλον το κάνει με κάποιου είδους μετάνοια ως προς το αναίτιο μίσος που συχνά μας κυριεύει. Όσο για τους νέους φίλους προς έκπληξή σας θα «συμφωνήσω απόλυτα» μαζί σας. Ψάχνω κι εγώ να βρω φίλους. Δεν ξέρω κατά πόσο το έχετε πετύχει αλλά εγώ είμαι «ΠΑΝΕΥΤΥΧΗΣ». Έχω 151 φίλους στο facebook με τους οποίους ανταλλάσσω καθημερινά 150 like, και 3500 φίλους στο Myspace όπου δεν πατάω κάν το like παρά μόνο το accept της φιλίας και δεν υπάρχει ξανά επαφή. Με αυτούς τους φίλους θα πραγματοποιήσουμε το όνειρο μιας δίκαιης, αξιοκρατικής και προοδευτικής κοινωνίας; Από τους βεριτάμπλ φίλους δεν υπάρχει ούτε ένας. Την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια για διαφόρους λόγους. Μπορεί να έφταιγα κι εγώ. Γνωρίζω τον κατά φαντασίαν… φίλο μου στο facebook αλλά όχι και το όνομα του συνανθρώπου μου του διπλανού διαμερίσματος.

    «…Δεν θέλω καμιά νοσοκόμα να «συρθεί» στο σπίτι μου όταν αρρωστήσω. Θέλω να υπάρχει ένα σύστημα υγείας που θα με περιθάλψει…».
    Μα αυτό είναι απαίτηση που ζητάτε από το μέλλον, όχι από το παρελθόν. Τι έχει αλλάξει στην υγεία από τότε;

    Θα μπορούσα να γράψω και να συνεχίσω τις συγκρίσεις των 2 κειμένων αλλά δεν θα σχολιάσω περισσότερο, μόνο ένα τελευταίο. Καταλαβαίνω ότι αυτό που μας ενοχλεί δεν είναι η παλιές όμορφες ζωές μας που πολλές φορές αναπολούμε, αλλά η φτώχια, που έτσι όπως τα κάναμε σκατά μοιάζει αναπόφευκτη, κι αντί να τα βάλουμε με το εαυτό μας, τον κακό μας τον καιρό, και το σκατοπολιτικό-ΣΥΣΤΗΜΑ που εμείς χαϊδέψαμε, αναθρέψαμε και γιγαντώσαμε τα βάζουμε και θυμώνουμε με κάποιον που θυμάται το χθες, περιγράφει το σήμερα και φαντάζεται το φρικτό μέλλον.
    Άντε να πάμε να χαθούμε όλοι μας!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν γίναμε ποτέ πλούσιοι για να (ξανα)γίνουμε φτωχοί. Ίσως περάσαμε από την απόλυτη ένδεια σε μια ζωή περισσότερο ανθρώπινη. Δεν θεωρώ πλούτο το να τρως 2 φορές την εβδομάδα κρέας, επειδή πριν από 30-40 χρόνια έτρωγες κάθε Πάσχα. Δεν θεωρώ πλούτο το να έχεις 2-3 ζευγάρια παπούτσια επειδή ο πατέρας σου κυκλοφορούσε ξυπόλητος. Δεν θεωρώ πλούτο το να αγοράζεις κάθε εβδομάδα τα απαραίτητα για την οικογένειά σου, επειδή κάποτε έψαχναν στα σκουπίδια ή πλακωνόντουσαν στα στενά με τις γάτες για το ποιος θα αρπάξει πρώτος τα αποφάγια.

    Οι εποχές στις οποίες αναφέρεται ο κ. Ξανθούλης (αλήθεια, αυτός που μας συμβουλεύει φρόντισε ο ίδιος να φτωχύνει τη δική του ζωή;) δεν ήταν δύσκολες μόνο για τους Έλληνες αλλά για όλον τον πλανήτη. Πολύ περισσότερο για την Ευρώπη όπου είχε περάσει η λαίλαπα του ναζισμού και οι λαοί επιβίωναν κάνοντας δουλειές του ποδαριού, χωρίς ασφάλιση, χωρίς περίθαλψη, χωρίς απαιτήσεις, χωρίς όνειρα, ζώντας μόνο για το σήμερα.

    Τη ζωή που περιγράφει ο κ. Ξανθούλης δεν την έζησα. Και γιατί «δεν τα είχα» και λόγω ιδιοσυγκρασίας. Ούτε τα σκυλάδικα γνώρισα, ούτε δάνειο πήρα για να μοστράρω μπάνικο αυτοκίνητο, ούτε διακοπές σε ξενοδοχεία έκανα, ούτε ταξιδάκια στο εξωτερικό «για να έχω να λέω». Άπλωνα το χέρι μου μέχρι εκεί που έφτανα.

    Στο μόνο που θα συμφωνήσω μαζί του (και μαζί σου) είναι πολλοί το παραξεχείλωσαν. Νόμιζαν ότι το φαγητό είναι αβέρτα και τσάμπα και πως δεν θα έρθει ο λογαριασμός ποτέ. Εκεί την πάτησαν και μαζί τους και οι υπόλοιποι. Αν ο καθένας ζούσε συντηρητικά και δεν έτρεχε με το παραμικρό στη τράπεζα για εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, στεγαστικά για το εξοχικό και δεν είχε 15 υπερφορτωμένες κάρτες (δεν είχα ποτέ μου καμία) ίσως να μην είχαμε φτάσει σε αυτό το χάλι. Αν όλοι μας ψωνίζαμε μόνο με μετρητά, προφανώς οι τιμές θα ήσαν χαμηλότερες και προφανέστατα θα υπήρχε υγιής επιχειρηματικότητα και όχι οι σημερινές φούσκες, όπου εμφανίζονται εταιρείες «κολοσσοί» να μην έχουν να πληρώσουν τη μισθοδοσία του προσωπικού τους γιατί η τράπεζα έκοψε τα δανεικά.

    Αυτό που ισχυρίζεται η κα Τσακιροπούλου (στο βαθμό που μπορώ να την ερμηνεύσω) είναι ότι όσοι πάλεψαν στη ζωή τους και αγωνίστηκαν έντιμα και σκληρά για να καλυτερέψουν το βιοτικό τους επίπεδο, δεν είναι δυνατόν να δεχθούν αγόγγυστα τη φτώχεια που τους προτείνουν.

    Ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι (όπως συμβαίνει πάντα) δεν θα ισχύσει για όλους !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Κε Ξανθούλη αυτά που γράφεται είναι τα πιστεύω της FEDERAL που τα επεδίωξε και τα επέτυχε στη Κεντρική και Νότια Αμερική, Αφρική και Ασία. Στην Ευρώπη ΞΕΚΙΝΑΕΙ τώρα και μετά θα οικογενοιοποιήσει και τη β. αμερική για να πάψουν να υπάρχουν κράτη.
    Υπάρχουν όμως και ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ “ EΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΣΑΚΙΡΟΠΟΥΛΟΥ” που σας στέλνουν εκεί που ανήκετε. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΙΜΟΥΝ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΓΙΑΤΙ ΓΕΝΝΟΥΝ ΕΛΛΗΝΕΣ.-

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ένα πράγμα μόνο θέλω στη ζωή μου να ζήσω με αξιοπρέπεια και πολύ φοβάμαι ότι η φτώχεια δεν σου αφήνει πολλά περιθώρεια για κάτι τέτοιο!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @ Ανώνυμος
    Φίλε μου κάνεις λάθος. Το μόνο πράγμα που δεν μπορεί ΚΑΝΕΝΑΣ να σου αφαιρέσει είναι η αξιοπρέπεια. Την αξιοπρέπεια στη παίρνουν όταν εσύ υποτάσσεσαι, σκύβεις το κεφάλι και τους τη δίνεις.
    Είναι η μοναδική αξία που δεν σου αφαιρείται χωρίς τη θέλησή σου.
    Όσο και να μας πατήσουν στο κεφάλι θα σηκώσουμε ανάστημα και θα τους πάρει ο διάολος.
    Όλους !

    ΑπάντησηΔιαγραφή