Σελίδες

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Εφημερία

Τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων δούλευα. Έφυγα νύχτα Χριστουγέννων από το χωριό, κοιμήθηκα σπίτι μου και πρωί πρωί ήμουν στη δουλειά. Γραμματεία Επειγόντων Περιστατικών.

Τα πράγματα ξεκίνησαν καλά, πολύ καλά μπορώ να πω. Οι άνθρωποι ευγενικοί, ζεστοί, με ευχές και χαμόγελο: “Χρόνια πολλά με υγεία, να σας ρωτήσω κάτι…”. Μπορώ να πω πως μου έκανε εντύπωση, δεν έχω συνηθίσει τις πολλές πολλές ευγένειες. Το αντίθετο θα έλεγα. Οι περισσότεροι είναι πάντα σκυθρωποί, κάτι που μπορώ να καταλάβω απόλυτα. Σε νοσοκομείο βρίσκονται, δεν υπάρχει διάθεση για χαιρετούρες και χαμόγελα. Ευγένεια όμως; Κάποιες φορές δεν υπάρχει ούτε αυτή.

Δεν με ενοχλεί. Το έχω συνηθίσει και σχεδόν αποδεχτεί. Η συγκεκριμένη όμως ημέρα ξεκίνησε διαφορετικά και με ξένισε ευχάριστα. “Το πνεύμα των Χριστουγέννων” έλεγα στον εαυτό μου, κάθε φορά που ανταπέδιδα τις ευχές.

Πολύ γρήγορα τα πράγματα άλλαξαν. Προς το χειρότερο. Το πολύ χειρότερο. Και το παράξενο είναι πως από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του ο πρώτος εμπαθής που κουβαλούσε όλη την αγένεια μαζί του, δεν βρέθηκε μετά ούτε ένας να πει μια ευχή, μια καλημέρα, να μιλήσει ανθρώπινα. Το μάτιασε!

Μια γυναίκα ήταν, καμιά 55-60 χρονών. Από εκείνους τους ξερόλες που φωνάζουν στους υπαλλήλους να κάνουν πιο γρήγορα, φωνάζουν στον μπροστινό να βιαστεί, όταν έρθει η σειρά τους τσακώνονται με τους υπόλοιπους να περιμένουν (!), τρώγονται με τα ρούχα τους, τους φταίνε όλοι και όλα. Φυσικά δεν έδωσα σημασία, σιγά μη περίμενα να εξελιχθεί όλη η ημέρα ακριβώς όπως ξεκίνησε. Την εξυπηρέτησα και απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας κάτι δικά της.

Κάποια στιγμή εμφανίζεται μπροστά μου μια άλλη κυρία που δεν είχε μαζί της το βιβλιάριο υγείας. Από τη στιγμή που ξεκίνησε ο ΕΟΠΥΥ και όλα σχεδόν τα ταμεία και οι ασφαλισμένοι τους έχουν ενταχθεί σε αυτόν, δεν πληρώνονται στα νοσοκομεία οι παρακλινικές εξετάσεις από τους ασθενείς. Απαιτείται όμως το βιβλιάριο υγείας όπου εκεί αποτυπώνεται ο αριθμός βιβλιαρίου του ασφαλισμένου και το ΑΜΚΑ του. Πρόκειται για δύο απολύτως απαραίτητους αριθμούς που πρέπει να καταγραφούν, ώστε η επιβάρυνση να σταλεί στον ΕΟΠΥΥ και να μη χρεωθεί ο ασφαλισμένος. Η κυρία λοιπόν δεν είχε μαζί της το βιβλιάριο υγείας και της είπα πως, ή θα πληρώσει τις εξετάσεις που της έγραψε ο γιατρός, ή θα της κάνω μια «οικονομική εκκρεμότητα» και θα έρθει την επόμενη εργάσιμη ημέρα με το βιβλιάριο μαζί της ώστε να καταγραφούν οι δύο αυτοί αριθμοί, να σβηστεί από το σύστημα η οικονομική της εκκρεμότητα και να σταλεί στον ΕΟΠΥΥ. Και τότε πετάγεται από δίπλα της ο κύριος που τη συνόδευε.

“Δεν υπάρχει πρόβλημα, αγαπητέ μου, είμαι ο …….. (ούτε που θυμάμαι αν μου είπε όνομα), υποψήφιος βουλευτής ……”. (δεν έχει σημασία το κόμμα)


Κάτι με έτρωγε να του απαντήσω, αλλά δεν το έκανα. Δεν ξέρω αν πραγματικά ήταν υποψήφιος βουλευτής (σημαντική ιδιότητα!!! οι μισοί έλληνες είναι ή ήσαν υποψήφιοι κάπου) και δεν με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ αν ήταν. Η συμπεριφορά μου είναι και θα είναι η ΙΔΙΑ απέναντι σε κάθε πολίτη αυτής της χώρας. Ο καθένας μας έχει μια ιδιότητα ή και περισσότερες. Δεν τις κουβαλάμε ούτε τις επιδεικνύουμε κατά το δοκούν, μήπως και «σπρώξει» τα πράγματα. Ίσα-ίσα, αν πέσεις σε κανα ηλίθιο υπάλληλο μπορεί η ιδιότητά σου να είναι τροχοπέδη.
Όση ώρα αυτός μιλούσε, εγώ προσπαθούσα να βρω στον υπολογιστή το όνομα της κυρίας, η οποία δεν θυμόταν αν είχε ξαναπεράσει από το Νοσοκομείο. Και τελικά το βρήκα. Δεν έδωσα καμία σημασία στα λεγόμενα του κυρίου και συνέχισα να μιλάω στην κυρία, που ήταν και η ασθενής. Της είπα πως βρήκα τα στοιχεία της στον Η/Υ, μέχρι και το ΑΜΚΑ. Αυτό που μας έλειπε ήταν ο αριθμός του βιβλιαρίου (δεν καταγράφεται στον υπολογιστή) και της ζήτησα να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι της, για να μας το δώσει κάποιος, έστω και τηλεφωνικά. Μέσα σε δυο λεπτά είχαμε την απάντηση και το θέμα έληξε εκεί. Εύκολα και απλά, χωρίς …παρεμβάσεις υποψηφίων βουλευτών!

Αυτό, πάντως, που «με παραξένεψε» ήταν η επίκληση της ιδιότητας του κυρίου. Είχα την εντύπωση - ή τουλάχιστον έτσι ήθελα να ελπίζω - ότι παρόμοιες πρακτικές έχουν εκλείψει. Είχα πέσει έξω.

Λίγο αργότερα ήρθε ένα άλλο ζευγάρι. Δεν είχαν και αυτοί μαζί τους το βιβλιάριο υγείας και τους είπα τα ίδια πράγματα. Η ασθενής ερχόταν για πρώτη φορά, δεν ήταν καταχωρημένη στο σύστημα και δεν μπορούσα να ακολουθήσω την ίδια πρακτική με τους προηγούμενους. Απευθυνόμενος όμως στον κύριο του είπα μήπως –κατά λάθος- έχουν το βιβλιάριο στο αυτοκίνητο. «Έχετε δίκιο» μου είπε, πάω να το φέρω.

Ακολούθησαν 2-3 ασθενείς και ο κύριος, που στο μεταξύ είχε φέρει το βιβλιάριο, βρέθηκε να στέκεται μπροστά στο γκισέ. «Μπορώ να σας πω;» με ρώτησε. Δεν είχα προλάβει να σηκώσω το κεφάλι από την οθόνη και να δω ποιος μιλούσε, όταν πίσω από αυτόν που εξυπηρετούσα ακούστηκε μια «γνώριμη» φωνή.
«Να περιμένεις στην ουρά, εμείς κορόιδα είμαστε;». Ήταν η πρώτη ξερόλα, αυτή από την οποία άρχισε να στραβώνει η ημέρα.
«Κυρία μου δεν μιλάω σ’ εσάς» της απάντησε, «ήμουν και πριν εδώ και πήγα να φέρω το βιβλιάριο».
«Κι εμένα τι με νοιάζει; Τη σειρά σου την έχασες. Πήγαινε στο τέλος».

Η εν λόγω πίστευε ότι εκτός από το δίκιο που νόμιζε ότι είχε, μπορούσε να ξέρει τι έχει προηγηθεί και να κανονίζει και τη σειρά. Δεν της έδωσα καμία σημασία. Η προσπάθεια να βάλεις μυαλό σε τέτοιους τύπους είναι χαμένη από χέρι.

Πήρα το βιβλιάριο από το χέρι του κυρίου, έγραψα τον αριθμό και του το έδωσα πίσω. Σε δευτερόλεπτα είχαμε τελειώσει. Η κυρία όμως συνέχιζε τον εξάψαλμο. Είχε βάλει την κασέτα και έπρεπε να παίξει όλη. Μέσα σε διάφορες ακατάληπτες φράσεις, τού είπε και το …κορυφαίο: 
«Κάτι τέτοιοι σαν εσένα μας έφεραν εδώ. Ή Πασόκ θα είσαι η Νουδού»!
Τόμπολα. 
Πήγα να σκάσω στα γέλια. Κρατήθηκα. Έκανα πως και πώς να τελειώνω με τον κύριο που βρισκόταν πρώτος στη σειρά, ώστε να έρθει και η δική της, να την εξυπηρετήσω και να φύγει από μπροστά μου. Δεν είχα όρεξη να ακούσω κι άλλες αρλούμπες. 
«Και που ξέρεις εσύ τι ψηφίζω;» φώναξε ο άλλος που είχε τσαντιστεί αρκετά από τους τσαμπουκάδες της κυρίας; «Εσύ τους ψηφίζεις αυτούς. Εγώ ούτε Πασόκ, ούτε Νουδού ψηφίζω», της είπε και έφυγε.
«Εγώ δεν τους ψήφισα ποτέ» ανταπάντησε η κυρία. Και επειδή ο «αντίπαλος» είχε φύγει το θέμα έληξε εκεί.
Η πλάκα είναι, είπα μέσα μου, να ψηφίζουν και οι δύο το ίδιο!

Λίγο αργότερα (και ενώ συνέχισα να εξυπηρετώ) πιάσαμε την κουβέντα με τη συνάδελφο που δουλεύαμε μαζί. Της είπα πως μερικοί δεν θα βάλουν μυαλό ποτέ και όλοι οι υπόλοιποι, ειδικά εμείς, είμαστε «υποχρεωμένοι» να τους ακούμε και να υπομένουμε. Της είπα πως ο καθένας από αυτούς μπορεί να πει ότι θέλει, αν τσακωθεί όσο θέλει, να μας βρίσει όσο θέλει και εμείς δεν μπορούμε να αντιδράσουμε. Εμάς μπορεί ο καθένας να μας βρει ποιοι είμαστε, ενώ αυτοί (αναφέρομαι στους ηλίθιους πολίτες) μπορούν να κάνουν ότι θέλουν, χωρίς φόβο ή τιμωρία.

Μπροστά μου βρισκόταν ένας τύπος που άκουγε την κουβέντα. Αυτός κατάλαβε ότι «τον έπαιρνε» (όχι με τη σεξουαλική απόδοση του όρου) να αρχίσει να λέει βλακείες. Ενώ πληκτρολογούσα τα στοιχεία της γυναίκας του στον υπολογιστή, είδα ότι το όνομά της είχε ξανά καταχωρηθεί αλλά με λατινικούς χαρακτήρες και λίγο διαφορετικό. Τον ρώτησα (εύλογη ερώτηση) αν είναι ελληνίδα ή ξένη. Άστραψε και βρόντηξε το κουτσαβάκι. «Ελληνίδα είναι ρε, δε ξέρεις να διαβάζεις;».

Πέσαμε σε μαλάκα, σκέφτηκα, ας τον να πάει στο διάολο.
«Έχει περάσει κι άλλη φορά από το νοσοκομείο;» τον ρώτησα, σε μια προσπάθεια να ταυτοποιήσω αν πρόκειται για το ίδιο άτομο.
«Ψάξε να το βρεις, τι τα ’χετε τα κομπιούτερ;».
«Το βρήκα το όνομα αλλά είναι λίγο διαφορετικό και γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες» του απάντησα. (Σιγά μη κατάλαβε τι είναι οι λατινικοί χαρακτήρες)
«Ελληνίδα είναι ρε, εδώ γέννησε».
Το ‘πιασα το υπονοούμενο. Από Αλβανία μεριά η κυρία και το κουτσαβάκι, ίσως Αλβανοί, ίσως Βορειοηπειρώτες, που άλλαξαν ταυτότητες.

Ο μαγκάκος κάτι άρχισε να λέει για τους τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους, κάτι ότι δεν ξέρουμε τη δουλειά μας, ότι τσάμπα μας πληρώνουν και άλλα σχετικά. Τσαντίστηκε μάλιστα όταν του ζήτησα ταυτότητα για να πιστοποιήσω το άτομο και συνέχισε τις μαγκιές του κώλου.
«Πες ότι θες, κάτσε να δεις όμως που θα γίνει αυτό που πρέπει να γίνει και είναι αυτό που λέω εγώ» του έδωσα ως απάντηση στον ορυμαγδό από ασυναρτησίες που ξεστόμιζε.
«Εσύ κάθεσαι στη καρέκλα» μου είπε.
«Θέλεις να σηκωθώ κι εγώ όρθιος;» του απάντησα.
«Εσύ πληρώνεσαι. Ξέρεις ότι εγώ έχω να δουλέψω 6 μήνες;».
«Και θες να διώξουν κι εμένα για να πατσίσουμε; Εγώ σου φταίω που είσαι άνεργος ή αυτός που σε απέλυσε» του είπα και τον έδιωξα, αφού πια είχα τελειώσει.
Ο ψευτόμαγκας έφυγε λέγοντας τα δικά του.

Του απάντησα ευγενικά, όσο πιο ευγενικά μπορούσα, παρότι δεν φημίζομαι για την ηρεμία μου απέναντι στις προκλήσεις. Είμαι ευγενής μόνο με τους ευγενείς. Παρ’ όλα αυτά συγκρατήθηκα. Θα του απαντούσα όπως αρμόζει σε τέτοιους τύπους, αν τον συναντούσα έξω. Εκεί έδωσα τόπο στην οργή γιατί δεν χρωστούσαν τίποτα οι υπόλοιποι να ακούν εμένα να τσακώνομαι με το βλαμμένο.

Με αφορμή το περιστατικό αυτό, κάθομαι όλες αυτές τις ημέρες και σκέφτομαι το κακό που έχει γίνει. Το κακό των μνημονίων και της φτώχειας που έφεραν, αφορά τους πάντες. Είναι όμως και αυτοί που τους αφορά περισσότερο. Αυτοί στους οποίους έκανε μεγαλύτερη ζημιά. Όχι οικονομική. Είναι αυτοί στους οποίους βρήκε το υπόβαθρο και τους ξεπάτωσε τον εγκέφαλο, όποιον τέλος πάντων διέθεταν.

Κατά το σκεπτικό αυτών των ανθρώπων πρέπει να αισθάνονται τύψεις αυτοί που έχουν δουλειά επειδή κάποιοι άλλοι δεν έχουν. Πρέπει να αισθάνονται τύψεις αυτοί που έχουν σπίτι επειδή οι άλλοι είναι στο ενοίκιο, τύψεις αυτοί που δεν έχουν δάνειο επειδή κάποιοι άλλοι έχουν, τύψεις αυτοί που έβαλαν πετρέλαιο επειδή οι άλλοι κρυώνουν, τύψεις αυτοί που έχουν αυτοκίνητο επειδή οι άλλοι κατέθεσαν πινακίδες, τύψεις αυτοί που είναι υγιείς επειδή κάποιοι είναι άρρωστοι και πάει λέγοντας.

Αυτού του τύπου οι άνθρωποι δεν την παλεύουν με τίποτα. Όχι δουλειά να βρουν, όχι λεφτά να τους πέσουν στο δρόμο, ότι και να τους συμβεί δεν θα ξεκολλήσουν από τις λάσπες. Ψάχνουν να βρουν τον εχθρό στο γείτονα, στο διπλανό τους, σε αυτόν που βρίσκεται μπροστά στην ουρά του ΟΑΕΔ ή του λεωφορείου. Ξεσπούν στους «εύκολους».
Αλλού κάνουν τις κοτούλες και κλαίνε τη μοίρα τους.
Και δεν τους λυπάμαι για τα οικονομικά τους προβλήματα.
Τους λυπάμαι γιατί δεν έχουν καταλάβει ποιο είναι το πρόβλημα…



7 σχόλια:

  1. Με το που διάβασα να λες για την κυρία 55-60 ετών στην ουρά, μου 'ρθε η εικόνα στο μυαλό και δε χρειαζότν καν να διαβα΄σω τα υπόλοιπα για να καταλάβω τι έγινε.

    Όσες φορές έχω μπλεχτεί σε ουρές, εμφανίζεται πάντα και παντού αυτή η... κλωνοποιημένη κυρία και κάνει μια υπηρεσία μπουρδέλο.

    Μα στο ΙΚΑ, μα στην Εφορία, μα σε τράπεζα... πάντα θα βρεθεί μια ηλίθια να βγάλει το ηλίθιο άχτι της βρίζοντας χυδαία και χωρίς κανένα λόγο τους εργαζόμενους στα ταμεία.
    Που αν τη βάζανε αυτήν να δουλέψει μια μέρα στα ταμεία, θα χε καταπιεί τρία κουτιά ντεπόν για να την παλέψει.

    Όσες φορές έχω τσακωθεί σε ουρές (πολύ λίγες), είναι με τέτοιες κυράτσες που προσβάλλουν τους εργαζομένους.
    Τσαντίζομαι άσχημα με δαύτες.

    Υπάρχουν τελευταία και αρκετοί γέροι που έχουν αποκτήσει τέτοιες συνήθειες.

    Και φυσικά η μαλακισμένη γκρίνια καταλήγει με το ρητό "ε ρε παπαδόπουλος που σας χρειάζεται, χαραμοφάηδες!"

    Αρρώστια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "Κλωνοποιημένη κυρία..."
      Έγραψες μεγάλε!
      Αφού κι εγώ καμιά φορά αναρωτιέμαι αν έχουν καμιά φωλιά κάπου γύρω και βγαίνουν συνέχεια. Περιμένουν να ξημερώσει η μέρα και ξαμολιόνται για να τα πρήζουν στους υπόλοιπους. Και το βράδυ μαζεύονται στη φωλιά και συναγωνίζονται για το ποιός τα έπρηξε στους περισσότερους.
      Όπως την έκοψα μάλλον για χ.α έφερνε. Ο δε άλλος μάλλον για Συριζαίος. Αν την πλάκωνε, κάπου θα χωνόμουν να ρίξω κι εγώ :)

      Διαγραφή
  2. Ο γνωστός "ξερολισμός" του Νεοέλληνα, η αγένεια, η τζάμπα μαγκιά... Τα ζούμε και τα βλέπουμε κάθε μέρα παντού... Καυχόμαστε για τον αρχαίο πολιτισμό μας, και οι νεοέλληνες είμαστε "κάφροι".... Ο πολιτισμός κάθε λαού φαίνεται από τη συμπεριφορά στην καθημερινότητά του... Κι σ' αυτό εμείς βαθμολογούμαστε μ' ένα οόστρόγγυλο μηδενικό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχεις τεράστιο δίκιο!
      Μπορώ να "δικαιολογήσω" παρόμοιες συμπεριφορές σε παιδιά. Τα περισσότερα (ίσως) δεν έχουν περάσει δύσκολα, έμαθαν να πατάνε για να προχωρούν, να προσβάλλουν για να επιβάλλονται. Δεν διδάχθηκαν (όχι όλοι) αξίες από την οικογένεια, η δε τηλεόραση και το facebook τούς έχει γανώσει τον εγκέφαλο. Νομίζουν ότι μπορούν να συμπεριφέρονται παντού όπως στη παρέα τους. Δυστυχώς!!!
      Δεν μπορώ με τίποτα να δικαιολογήσω την καφρίλα στις μεγαλύτερες ηλικίες. Αν και ο κάφρος μάλλον από τα μικρά του χρόνια έτσι πρέπει να ήταν. Ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία της εξέλιξης του ανθρώπινου γένους, με την πάροδο των χρόνων εξελίχθηκε σε πίθηκο.

      Διαγραφή
  3. Οι αρχαιοι ημων προγονοι μονο σ ενα πραγμα απετυχαν|στους απογονους τους! ΒΑΣΩ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το έχω πει κι εγώ πολλές φορές Βάσω.
      Καλημέρα.

      Διαγραφή
  4. Κατά το σκεπτικό αυτών των ανθρώπων πρέπει να αισθάνονται τύψεις αυτοί που έχουν δουλειά επειδή κάποιοι άλλοι δεν έχουν. Πρέπει να αισθάνονται τύψεις αυτοί που έχουν σπίτι επειδή οι άλλοι είναι στο ενοίκιο, τύψεις αυτοί που δεν έχουν δάνειο επειδή κάποιοι άλλοι έχουν, τύψεις αυτοί που έβαλαν πετρέλαιο επειδή οι άλλοι κρυώνουν, τύψεις αυτοί που έχουν αυτοκίνητο επειδή οι άλλοι κατέθεσαν πινακίδες, τύψεις αυτοί που είναι υγιείς επειδή κάποιοι είναι άρρωστοι και πάει λέγοντας.

    Mε άλλα λόγια όχι να αποκτήσουμε κι εμείς κατσίκα αλλά να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα! αυτό μας έφαγε σ' αυτή τη Χώρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή