Σελίδες

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Η εθνική μας μοναξιά.



Πήρα προχθές ένα μήνυμα στο κινητό από το φίλο μου το Σπύρο. Διακοπές του Πάσχα, ήμουν στο χωριό, τριγυρνούσα στα καφενεία με την παρέα και φίλους και η τηλεόραση μόνιμα κλειστή.

Πάγωσα. Πλάκα μου κάνει, είπα μέσα μου. Έτσι ήθελα να πιστεύω. Είναι από τις φορές που θέλεις πραγματικά να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, να μη παραδέχεσαι την αλήθεια όσο κατάματα κι αν την αντικρίζεις. Έρχεται όμως σαν κατραπακιά από βαρύ χέρι, σου σκάει στο πρόσωπο και σε ζαλίζει.

Ο μεγαλύτερος εν ζωή Έλληνας τραγουδιστής δεν είναι πια μαζί μας. Χωρίς να μας ρωτήσει αν μπορούμε να αντέξουμε την απώλεια, έφυγε από κοντά μας. Άφησε πίσω του μια σύζυγο, δύο κόρες κι έναν ολόκληρο λαό που τον λάτρευε.

Αυτό είναι το τεράστιο “κακό” που μας κάνουν όλοι αυτοί οι αθάνατοι. Μας αφήνουν να δεθούμε μαζί τους, να ταυτιστούμε, να ονειρευτούμε, να χαρούμε, να τους αγαπήσουμε, να τους λατρέψουμε …

και μας φεύγουν.

Σα να τους κουράσαμε, σα να μας βαρέθηκαν. Σα να μη μπορούν να αντέξουν άλλο τη μιζέρια μας, το πόσο λίγοι είμαστε.

Δεν θα μας κάνει δώρο άλλο την ψυχούλα του. Δεν θα τραγουδήσει πια νέους λαϊκούς ύμνους. Δεν θα ξαναχορέψει άλλη φορά τα ζεϊμπέκικα που βούλιαζαν το σανίδι.

Ο Δημήτρης δεν τραγουδούσε, ερμήνευε. Τεράστια η διαφορά. Στο κάθε τραγούδι έκανε κατάθεση ψυχής. Οπτικοποιούσε τους στίχους, σε ταξίδευε και σε πήγαινε εκεί που έπρεπε να βρίσκεσαι. Για να αισθανθείς και να καταλάβεις.

Πάντα έλεγα ότι αυτούς τους ανθρώπους δεν έπρεπε να τους θάβουν. Είναι ιεροσυλία να πατάμε το χώμα κι αυτοί από κάτω. Πρέπει να τους τοποθετούν στους ψηλότερους ουρανοξύστες, να κοιτάμε ψηλά για να τους δούμε.

Δώσε μου φωτιά, Σε μια στοίβα καλαμιές, Καλοκαίρια και χειμώνες, Πες μου που πουλάν καρδιές, Σ' Αγαπώ σαν αμαρτία, Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη, Αλίμονο, Ρόζα, Τα λαδάδικα, Θάλασσες.



Θάλασσες, μέσα στα μάτια σου θάλασσες
και με ταξίδευες, σαν το καράβι κι έλεγες
Θα σ' αγαπώ με τα καλοκαίρια
με τρικυμίες και με βροχές
με μαξιλάρι τα δυο μου χέρια
θα ονειρεύεσαι ότι θες

Ένα ποτήρι θάνατο θα πιω, απόψε να μεθύσω
Τα καλοκαίρια πες μου πως μπορώ
μονάχος μου να ζήσω
Ένα ποτήρι θάνατο θα πιω απόψε να μεθύσω
σε μονοπάτι αδιάβατο θα βγω,
θα βγω να σε ζητήσω

Θάλασσες, μέσα στα μάτια σου θάλασσες
και με ταξίδευες, σαν το καράβι κι έλεγες
Θα σ' αγαπώ, μη μου συννεφιάζεις
σαν αμαρτία και σαν γιορτή
Μάθε στα μάτια μου να διαβάζεις
ό,τι με λόγια δε σου 'χω πει

Πολύ μεγάλη η διαθήκη που αφήνεις πίσω σου Δημήτρη μας, αλλά είμαστε πάρα πολλοί για να τη μοιραστούμε. Γι’ αυτό και θα μείνουμε όλοι παραπονεμένοι, να το θυμάσαι.

Α, Δημήτρη, μη το ξεχάσω.
Στης ψυχής το παρακάτω, στου μυαλού το παραπέρα, θα συναντήσεις και το Θανάση, τον καλό μας άνθρωπο. Πολλά φιλιά από την Ελλάδα πες του…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου